Εκτοξεύει απειλές ο αντ’ αυτού, μποξέρ της φακής και ζητά έξοδο διαφυγής. Ο «λύκος» που κατάφερε με την προστασία στρατού να σκίσει με το νύχι ένα t-shirt… ας χαλαρώσει και ας μείνει στις Slapp αγωγές μην καταλήξει να σκίσει κάνα καλσόν
Γιορτάζοντας ένα σημαντικό ορόσημο της ζωής του με τον πιο ανατρεπτικό και αυθόρμητο τρόπο, ο Τομ Χανκς, ηθοποιός, συγγραφέας, φανατικός βιβλιόφιλος και με λατρεία για τις γραφομηχανές, έκλεισε τα 70 του χρόνια βουτώντας στα βαθιά.
Ο ηθοποιός, που έχει ταυτίσει την προσωπική του ευτυχία και με το ελληνικό καλοκαίρι, μοιράστηκε τη στιγμή με τους διαδικτυακούς του φίλους, την ίδια ώρα που η σύζυγός του, Ρίτα Γουίλσον, προχωρούσε σε μια συγκινητική δημόσια εξομολόγηση για τη γενέθλια μέρα.
Με κλασικά πηγαίο χιούμορ ο Χανκς έκανε ανάρτηση στο Instagram ένα βίντεο που τον δείχνει να βουτάει σε νερά, ίσως του Αιγαίου.
Το viral βίντεο συνοδεύτηκε από ένα σύντομο μήνυμα. «Αυτός ο τύπος γίνεται 70 σήμερα. Υπέροχη μουσική. Καλός καφές. Σωστός λόγος» έγραψε καλώντας τους followers να συμμετέχουν σε μια αποστολή και πρωτοβουλία του, το Hanks For Our Troops.
Ο Τομ Χανκς έχει αναπτύξει μια βαθιά, σχεδόν προσωπική σχέση με την κοινότητα των Αμερικανών στρατιωτών και βετεράνων και το Hanks For Our Troops είναι η ομπρέλα των συστηματικών φιλανθρωπικών δράσεων, των δημόσιων εκστρατειών και των προσωπικών πρωτοβουλιών που υλοποιεί ο ηθοποιός με σκοπό τη στήριξη, την περίθαλψη και την κοινωνική επανένταξη των ανθρώπων που υπηρέτησαν στις ένοπλες δυνάμεις.
Η στενή σύνδεση του Τομ Χανκς με τις ένοπλες δυνάμεις εδραιώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90, κυρίως μέσα από την καθηλωτική του ερμηνεία στην ταινία Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν και τη μετέπειτα παραγωγή της εμβληματικής σειράς Band of Brothers μαζί με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ. Η επαφή του με πραγματικούς βετεράνους του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου άλλαξε ριζικά την οπτική του, οδηγώντας τον στην απόφαση να χρησιμοποιήσει τη δημόσια επιρροή του για τη δημιουργία μιας σταθερής γέφυρας προσφοράς.
Το Hanks For Our Troops γεννήθηκε ως μια οργανωμένη προσπάθεια να συγκεντρωθούν πόροι, να εξασφαλιστεί ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για τους τραυματίες πολέμου και να χρηματοδοτηθούν προγράμματα ψυχολογικής υποστήριξης για όσους υποφέρουν από μετατραυματικό στρες σε μια περίοδο έντονου πολιτικού διχασμού στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Πριν τη βουτιά και την προτροπή νωρίτερα σήμερα, η σύζυγός του, η ελληνικής καταγωγής Ρίτα Γουίλσον, επέλεξε να του ευχηθεί και δημόσια με μια φωτογραφία του Τομ Χανκς, στην οποία εκείνος ποζάρει χαμογελαστός φοράγοντας γυαλιά ηλίου και ένα μαντήλι στον λαιμό.
«Χαρούμενα γενέθλια, αγάπη της ζωής μου. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ» έγραψε στη λεζάντα της.
Άλλη αγάπη του Τομ Χανκς είναι και η Ελλάδα, μια «δεύτερη πατρίδα» του. Η βαθιά πνευματική και προσωπική σύνδεση του Χανκς με τη χώρα που μετρά περισσότερα από τριάντα χρόνια.
Ο ίδιος ο ηθοποιός, στον οποίο απονεμήθηκε τιμητικά η ελληνική ιθαγένεια από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο, δεν έχει κρύψει ποτέ τη λατρεία του για τη χώρα μας.
Σε παλαιότερες δηλώσεις του προς τους δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια των Χρυσών Σφαιρών στην Καλιφόρνια, ο Χανκς είχε περιγράψει την Ελλάδα ως ένα «αληθινό καταφύγιο» και έναν τόπο ίασης.
«Έχω γυρίσει όλο τον κόσμο, έχω πάει σε πανέμορφα μέρη… κανένα όμως δεν ξεπερνά την Ελλάδα. Η γη, ο ουρανός, το νερό, κάνει καλό στην ψυχή, είναι ένας τόπος που σε γιατρεύει»
«Έχω γυρίσει όλο τον κόσμο, έχω πάει σε πανέμορφα μέρη… κανένα όμως δεν ξεπερνά την Ελλάδα. Η γη, ο ουρανός, το νερό, κάνει καλό στην ψυχή, είναι ένας τόπος που σε γιατρεύει», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ο κορυφαίος ηθοποιός, αμέσως μετά τη βράβευσή του με το τιμητικό βραβείο Σέσιλ Μπι ΝτεΜίλ για τη συνολική του προσφορά στο χώρο του θεάματος.
Ο ίδιος, εμφανώς συγκινημένος, είχε αναφερθεί με χιούμορ και στις καθημερινές του συνήθειες κατά τη διάρκεια των διακοπών του.
«Ειδικά αν μπεις σε αυτό το φανταστικό, υπέροχο ελληνικό πρόγραμμα του να κοιμάσαι μέχρι το μεσημέρι, να μένεις ξύπνιος μέχρι τις 3 το πρωί και να λογομαχείς σε μια ταβέρνα μέχρι τις 3 τα ξημερώματα. Είναι απλά η καλύτερη ζωή που μπορεί να έχει κανείς», συμπλήρωσε.
«Είμαι Έλληνας για το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων 32 ετών», είχε τονίσει ο 70χρονος πλέον δημιουργός, υπογραμμίζοντας ότι η σύνδεσή του αυτή προέκυψε μέσα από τον γάμο του με τη Ρίτα Γουίλσον, της οποίας η μητέρα, η Δωροθέα, ήταν ελληνικής καταγωγής.
Το διάσημο ζευγάρι διατηρεί μια μόνιμη εξοχική κατοικία στο νησί της Αντιπάρου, όπου περνά το μεγαλύτερο μέρος των καλοκαιρινών του διακοπών μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Είναι ο Τομ Χανκς ένας πραγματικά σπουδαίος ηθοποιός;
Τα 70ά γενέθλια του Τομ Χανκς αποτελούν την ιδανική αφορμή για τη διεθνή κριτική προκειμένου να επαναξιολογήσει τη μυθική του πορεία, από τους κωμικούς ρόλους της δεκαετίας του ’80 μέχρι την απόλυτη καταξίωση των Όσκαρ και τις μετέπειτα επαγγελματικές του επιλογές.
Το βασικό ερώτημα που συχνά πυκνά γίνεται ανάρτηση που απαιτεί απαντήσεις είναι απλό: Είναι ο Χανκς ένας πραγματικά σπουδαίος, πολυσύνθετος ηθοποιός ή απλώς η πιο αγαπητή, καθησυχαστική φιγούρα της αμερικανικής οθόνης;
Η σκηνή από το Φόρεστ Γκαμπ του 1994, όπου η Τζένι φωνάζει «Τρέχα, Φόρεστ, τρέχα!», έχει μετατραπεί σήμερα σε αντικείμενο αμέτρητων παρωδιών που διακωμωδούν το κιτς και τον ηρωισμό της ταινίας.
Ωστόσο, στην κινηματογραφική αίθουσα της εποχής, το κοινό ένιωθε την ανάγκη να σηκωθεί από τη θέση του και να ζητωκραυγάσει μαζί με τον ήρωα. Σε μια λιγότερο κυνική Αμερική, αυτό συνέβαινε πραγματικά. Ο Τομ Χανκς είναι ένας άνθρωπος για τον οποίο ο κόσμος θέλει πάντα να πανηγυρίζει.
Αυτή η καθολική αποδοχή οδήγησε ακόμη και τον προκλητικό δημιουργό ντοκιμαντέρ Μάικλ Μουρ να αναρωτηθεί, σε ένα άρθρο του στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, γιατί το Δημοκρατικό Κόμμα δεν προτείνει για τον Λευκό Οίκο κάποιον που θα μπορούσε πραγματικά να κερδίσει τον Τραμπ.
Ο Μουρ αποκάλυψε ότι είχε ζητήσει δύο φορές από τον Τομ Χανκς να θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία, εισπράττοντας όμως την άρνησή του.
Το επιχείρημα του Μουρ ήταν απλό: Όλοι αγαπούν τον Τομ Χανκς. Φυσικά, ο Χανκς δεν υπήρξε ποτέ ένας αμιγώς πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης με την έννοια της σύγκρουσης.
Έχει κάνει μεγάλες δωρεές, έχει δανείσει τη φωνή του σε διαφημιστικά της εκστρατείας του Ομπάμα και έχει στηρίξει τον Μπάιντεν και την Κλίντον, όμως πάντα το έκανε με έναν ευγενικό τρόπο, χωρίς να εξοργίζει κανέναν και χωρίς να εκφέρει αμφιλεγόμενες απόψεις. Είναι, απλώς, ο αγαπημένος «θείος» της Αμερικής.
Αν ποτέ η ανθρωπότητα χρειαζόταν να αποδείξει την εγγενή αξία του είδους μας σε μια εξωγήινη απειλή, είναι ξεκάθαρο ποιον θα επιλέγαμε να τους δείξουμε: τον Τομ Χανκς.
Η γοητεία του παραμένει αναλλοίωτη εδώ και δεκαετίες, ενώ η βαθιά του ευγένεια μετατράπηκε σε σημείο αναφοράς ακόμα και κατά τη διάρκεια της καραντίνας, όταν λειτούργησε ως μια καθησυχαστική πατρική φιγούρα για το παγκόσμιο κοινό.
Μια ανθρώπινη, σπουδαία καριέρα
Η καλλιτεχνική του ταυτότητα έχει σφυρηλατηθεί μέσα από ρόλους που έχουν γράψει τη δική τους ιστορία στο σελιλόιντ. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τις πιο εμβληματικές ταινίες του, όλες αποδείξεις του ταλέντου και της δυναμικής του.
Υπάρχει ο Φόρεστ Γκαμπ που συγκίνησε σχεδόν τους πάντες (ίσως όχι τόσο τους κριτικούς αλλά η πατίνα του χρόνου τους ακύρωσε) στο ομώνυμο φιλμ του 1994, αλλά υπάρχουν και άλλοι ρόλοι που είναι κομμάτι της ιστορίας του στη μεγάλη οθόνη.
Υπάρχει ο Γούντι στο Toy Story, ο Άλαν Μπάουερ στο Splash του 1984, ο Βίκτορ Ναβόρσκι στο The Terminal του 2004 ή ο Τζος Μπάσκιν στο Big του 1988 -μια ταινία που αντέχει υποδειγματικά στο χρόνο, με τον Χανκς να παραδίδει μια απολαυστική ερμηνεία ως ένα μικρό αγόρι που μεταμορφώνεται ξαφνικά σε ενήλικα άνδρα στη Νέα Υόρκη.
Αλλά υπάρχει και ο Καρλ Χανράτι στο Catch Me If You Can του 2002, ο Λοχαγός Τζον Μίλερ στη Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν του 1998 (μια καθηλωτικά σπαρακτική πολεμική ταινία), ο Τσακ Νόλαντ στο Cast Away του 2000 (εδώ ο Χανκς σηκώνει ως ναυαγός μια ολόκληρη ταινία στις πλάτες του) και βέβαια υπάρχει ο Τζίμι Ντούγκαν στο A League of Their Own του 1992.
Η εικόνα του Χανκς ως ένας γκρινιάρης, πάλαι ποτέ σπουδαίος προπονητής που ουρλιάζει στις γυναίκες παίκτριες «Δεν υπάρχει κλάμα στο μπέιζμπολ!» είναι κλασικό, οικείο, Χόλιγουντ.
Υπάρχει επίσης ο Πολ Μίτζκαμ στο Πράσινο Μίλι του 1999, μια εξαιρετικά καλοφτιαγμένη, συναισθηματική μεταφορά του βιβλίου του Στίβεν Κινγκ από τον Φρανκ Ντάραμποντ, όπου ο Χανκς υποδύεται έναν προσιτό δεσμοφύλακα που γίνεται μάρτυρας θαυμάτων στην πτέρυγα των θανατοποινιτών, σε μια ταινία που η αγάπη του κοινού μάλλον ξεπέρασε τις προθέσεις των κριτικών.
Υπάρχουν (φυσικά) και τα δύο εμπορικά ορόσημα της Νόρα Έφρον, το Άγρυπνος στο Σιάτλ του 1993 και το Έχετε Μήνυμα στον Υπολογιστή σας του 1998, δύο απόλυτα ελκυστικές ρομαντικές κομεντί όπου η χημεία του Χανκς με τη Μεγκ Ράιαν στην οθόνη ήταν τόσο καθηλωτική που ανάγκαζε τους θεατές να συγχωρήσουν κάθε σεναριακή υπερβολή.
Αλησμόνητη και σπαρακτική είναι και η ερμηνεία του ως Άντριου Μπέκετ στο Φιλαδέλφεια του 1993, μια ταινία σταθμό για την εποχή της γύρω από το AIDS, όπου ο Τζόναθαν Ντέμι χρησιμοποίησε βαριά ονόματα όπως ο Χανκς και ο Ντένζελ Ουάσινγκτον για να κάνει το κοινό να ταυτιστεί με έναν χαρακτήρα που στην πραγματική ζωή τότε μπορεί να φόβιζε, χαρίζοντας παράλληλα στον ίδιο ένα τεράστιο εκτόπισμα ως δραματικός ηθοποιός.
Υπάρχει ο Τζιμ Λόβελ στο Απόλλων 13 του 1995, στην καλύτερη ταινία του Ρον Χάουαρντ, όπου ο Χανκς εγκλωβίζεται μαζί με τον Κέβιν Μπέικον και τον Μπιλ Πάξτον σε ένα λαβωμένο διαστημόπλοιο μετά την έκρηξη της δεξαμενής οξυγόνου, δημιουργώντας ένα αληθινό, κλειστοφοβικό και απόλυτα ανθρώπινο δράμα επιβίωσης.
Και βέβαια, υπάρχει ο καπετάνιος Ρίτσαρντ Φίλιπς στο Captain Phillips του 2013, όπου ο Χανκς, ένας ηθοποιός που έχει ταυτιστεί με πιο συναισθηματικές αμερικανικές παραγωγές, παραδίδει μια σκληρή, απελπισμένη ερμηνεία και να γίνεται ο ιδανικός κρίκος για τον θεατή απέναντι στους διώκτες του.
O ζόφος και η λύτρωση
Η καλή διάθεση και η θετική ενέργεια που εκπέμπει ο Τομ Χανκς μοιάζουν με το προσωπικό του αντίδοτο σε μια μάλλον άβολη παιδική ηλικία. Γεννημένος ως το τρίτο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας, είδε τους γονείς του να παίρνουν διαζύγιο το 1961, όταν ο ίδιος ήταν μόλις πέντε ετών.
Ενώ ο μικρότερος αδελφός του έμεινε με τη μητέρα τους, ο Χανκς και τα υπόλοιπα αδέλφια μεγάλωσαν με τον πατέρα τους, Άμος, μετακομίζοντας τόσο συχνά που μέχρι την ηλικία των 10 ετών είχε ήδη αλλάξει 10 διαφορετικά σπίτια.
Οι συνθήκες διαβίωσης σε αυτή τη νομαδική ζωή απείχαν πολύ από το να χαρακτηριστούν ιδανικές. Ο πατέρας του δούλευε μέχρι αργά το βράδυ ως μάγειρας και επέστρεφε στο σπίτι μετά τις 11 μ.μ., αφήνοντας τα παιδιά μόνα τους σε ένα αρκετά παραμελημένο διαμέρισμα. «Αν έξυνες την καμένη ντοματόσουπα από την κουζίνα, θα ήταν σαν αρχαιολογική ανασκαφή!» θυμάται.
Αν και τα αδέλφια του περιγράφουν εκείνα τα χρόνια ως μίζερα, ο Χανκς κρατά μια άλλη γεύση, σημειώνοντας ότι με έναν τρόπο είχε την πλάκα του.
«Γελούσαμε πολύ» έγραψε, αν και το βαθύ αίσθημα μοναξιάς και εγκατάλειψης τον ακολούθησε για χρόνια.
Όπως έχει εξομολογηθεί ο ίδιος, ένιωθε ότι «είχε πέσει μέσα στις ρωγμές του συστήματος», καθώς δεν υπήρχαν ουσιαστικά ενήλικες γύρω του για να τον φροντίσουν. Για χρόνια προσπαθούσε να βρει το κατάλληλο λεξιλόγιο για να περιγράψει όλα όσα στριφογύριζαν στο μυαλό του, για να συνειδητοποιήσει τελικά ότι αυτό που έψαχνε ήταν απλώς «το λεξιλόγιο της μοναξιάς».
Η αισιοδοξία του Χανκς ήταν λοιπόν μια στρατηγική, μια δεξιότητα που αναγκάστηκε να αναπτύξει μόνος του για να επιβιώσει.
Έμαθε νωρίς ότι ένα νέο περιβάλλον μπορεί να είναι τρομακτικό ή κακό για λίγο, αλλά τελικά το ξεπερνάς. Για τον Χανκς, το να θες να κάνεις τον κόσμο καλύτερο είναι κανόνας, όχι αφέλεια, όχι άγνοια της σκληρής πραγματικότητας. Ο ίδιος ζυγίζει τα πάντα, αλλά επιλέγει συνειδητά να ξυπνά το πρωί και να αναρωτιέται τι καλό πρόκειται να του συμβεί.
Η υποκριτική μπήκε στη ζωή του στο λύκειο, προσφέροντάς του μια διέξοδο για να φεύγει από το σπίτι και να διασκεδάζει περισσότερο από όσο μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Παράλληλα, η ανάγκη του να ξεφύγει από την παιδική μοναξιά τον ώθησε να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια όσο πιο γρήγορα γινόταν.
Παντρεύτηκε την πρώτη του σύζυγο, Σαμάνθα Λιούις, στα 21 του χρόνια και απέκτησε αμέσως έναν γιο και μια κόρη. Αν και τα πράγματα ήταν δύσκολα στην αρχή, καθώς προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στις απαιτήσεις της δουλειάς και την ανατροφή δύο μικρών παιδιών. Όμως ακόμα και εκεί, ο Χανκς βρήκε το θετικό.
«Αυτό το πρόωρο νοικοκύρεμα ήταν ό,τι καλύτερο του συνέβη, με κράτησε μακριά από τα ναρκωτικά, το ποτό και τα ξέφρενα πάρτι της εποχής» είπε.
Ο Χανκς έχει παραδεχτεί ότι αναζήτησε θεραπεία σε δύσκολες στιγμές, όπως το 1987, μετά το διαζύγιο του από την Λιούις. Αλλά σήμερα, ο Χανκς έχει αναπτύξει ένα σύνολο τεχνικών αντιμετώπισης όπως ο Υπερβατικός Διαλογισμός, για να δημιουργήσει μια ισορροπημένη και πιο υγιή ζωή με τη Ρίτα Γουίλσον, τη σύζυγο και σύντροφό του σε αυτό το κοινό ταξίδι ζωής τους.
Κάποιος βλέποντας τον Τομ Χανκς θα μπορούσε εύκολα να υποθέσει πως αυτός ο γελαστός πιτσιρικάς είχε μια εύκολη ζωή. Αλλά, η πορεία του προς την επιτυχία σίγουρα χρειάστηκε πολλή επιμονή για να γίνει ο Χανκς αυτός που είναι. Ο πιο αγαπημένος σταρ της γενιάς του, σίγουρα.
Αυτό το καλοκαίρι, ο θρυλικός Αρσέν Λουπέν γυρίζει την Αττική και όλη την Ελλάδα με μια θεατρική παράσταση για όλη την οικογένεια, όπου το τέλος το αποφασίζεις εσύ!