Η μαύρη, 10η επέτειος από το μακελειό στο Pulse του Ορλάντο που έγινε σαν σήμερα, το 2016, είναι στοίχειωμα, πόνος, σύμπτωμα μιας ομοφοβικής κανονικότητας.
Σαν σήμερα, η σύγχρονη αμερικανική ιστορία πάγωσε μπροστά στην πιο θανατηφόρα μαζική ένοπλη επίθεση που γνώρισε η χώρα μετά τις πληγές της 11ης Σεπτεμβρίου.
Περίπου 320 άτομα διασκέδαζαν, γελούσαν και γιόρταζαν τo μήνα του Pride μέσα στο Pulse, ένα από τα πιο ζωντανά ΛΟΑΤΚΙ+ κλαμπ της Φλόριντα, όταν ο θάνατος πέρασε την πόρτα, τις πρώτες πρωινές ώρες της δωδέκατης Ιουνίου του 2016.
Καθώς ο 29χρονος Όμαρ Ματίν ξεκίνησε να πυροβολεί αδιάκριτα, ο ρυθμός της μουσικής αντικαταστάθηκε από τις ριπές των όπλων και τα ουρλιαχτά. Το εσωτερικό του μαγαζιού μετατράπηκε μέσα σε δευτερόλεπτα σε σκηνικό απόλυτου, κλειστοφοβικού τρόμου.
Άνθρωποι τραυματισμένοι, παγιδευμένοι στις τουαλέτες, κάτω από τα τραπέζια και στις σκοτεινές γωνίες του κλαμπ, άρχισαν να τηλεφωνούν και να στέλνουν μηνύματα στους αγαπημένους τους, ψιθυρίζοντας εκκλήσεις για βοήθεια, αποχαιρετώντας τις οικογένειές τους μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.
Η διοίκηση του μαγαζιού, αντιλαμβανόμενη το μέγεθος της φρίκης που εξελισσόταν στους χώρους του, προχώρησε σε μια απεγνωσμένη κίνηση.
Στις 2:09 π.μ., ένα ανατριχιαστικό μήνυμα δημοσιεύτηκε εσπευσμένα στην επίσημη σελίδα του Pulse στο Facebook. Το μήνυμα διάβαζε:
«Βγείτε όλοι έξω από το Pulse και συνεχίστε να τρέχετε».
Η ομηρία, οι διαπραγματεύσεις και η συστηματική εκτέλεση ανυποψίαστων πολιτών κράτησαν ώρες, κρατώντας ολόκληρο τον πλανήτη σε κατάσταση σοκ.
Η σφαγή έληξε λίγο μετά τις 5:00 το πρωί, όταν ο δράστης έπεσε τελικά νεκρός από τα πυρά των ειδικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια της τελικής εφόδου.
Σαν σήμερα, το δημοφιλές ΛΟΑΤΚΙ+ νυχτερινό κέντρο Pulse στο Ορλάντο της Φλόριντα μετατράπηκε από καταφύγιο ελευθερίας σε ένα απέραντο σφαγείο, αφήνοντας πίσω του τουλάχιστον 49 νεκρούς και περισσότερους από 53 τραυματίες.
Ο δράστης, ο 29χρονος Όμαρ Ματίν, ένας άνθρωπος που σε όλη του τη ζωή κινούνταν στο περιθώριο της κοινωνικής συμβατότητας, οπλισμένος με ένα πιστόλι Glock 9mm και ένα στρατιωτικού τύπου τυφέκιο SIG Sauer MCX, είχε εκτονώσει την οργή του. Οι λυγμοί ήταν τα tokens του.
Οι μαρτυρίες εκείνων που τον γνώρισαν στο ανατριχιαστικό πορτρέτο των New York Times διαβάζουν και ως προειδοποιήσεις. Ο Ματίν κινούταν σαν κακότεχνα γραμμένο προσχέδιο ύπαρξης.
Ο Όμαρ Ματίν αδυνατούσε να συντονιστεί με τον κοινό παλμό ακόμη και στις πιο ιερές, χαρούμενες στιγμές της ανθρώπινης συνεύρεσης. Ήταν:
«Πάντα ταραγμένος. Πάντα οργισμένος»
Ο Ματίν ζούσε ανάμεσα στην κοινότητα και οικογένειά του σαν μια κακότεχνη μουτζούρα, ένα φάντασμα ακόμα και στις πιο ιερές στιγμές της ανθρώπινης συνεύρεσης.
Λίγους μήνες πριν την τραγωδία στο Pulse, Φεβρουάριο του 2016, σε ένα παραθαλάσσιο περίπτερο του West Palm Beach, η ατμόσφαιρα ήταν πλημμυρισμένη από τις μυρωδιές του κοτόπουλου τίκκα μασάλα και το παραδοσιακό αφγανικό γλέντι για το γάμο της αδελφής του.
Όταν οι καλεσμένοι ενώθηκαν στον χορό αττάν —έναν παραδοσιακό κυκλικό χορό που αν εκτελεστεί σωστά γεννά μια σχεδόν υπερβατική αίσθηση ενότητας— ο αδελφός της νύφης ήταν εκεί, αλλά ταυτόχρονα ήταν απελπισμένα απών.
Ο Όμαρ Ματίν, ένας εύσωμος, διοπτροφόρος άντρας ντυμένος στα μαύρα, χόρευε αδέξια, ασυντόνιστα, με το κεφάλι σκυμμένο, παραδομένος .σε έναν δικό του, εσωτερικό, παραμορφωμένο ρυθμό. Τέσσερις μήνες αργότερα, αυτός ο ίδιος άνθρωπος θα επέβαλε τον ρυθμό του θανάτου στο Pulse.
Γελώντας χλευαστικά και δηλώνοντας υποταγή στο Ισλαμικό Κράτος, άνοιξε πυρ εναντίον ενός πλήθους που γιόρταζε τη ζωή που εκείνος μισούσε.
Το ερώτημα «γιατί» εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να αναδύεται νωπό, μια ανοιχτή πληγή πάνω από τα φέρετρα της οδύνης. Όμως, η σύντομη ζωή του 29χρονου Ματίν δεν προσφέρει καμία εύκολη χαρτογράφηση.
Οι μυστικές υπηρεσίες και το FBI τον είχαν ερευνήσει δύο φορές στο παρελθόν για πιθανές διασυνδέσεις με τον ριζοσπαστικό ισλαμισμό, όμως η τελική του έκρηξη έμοιαζε με το απότομο σπάσιμο ενός ήδη ραγισμένου ελατηρίου.
Όσοι τον έζησαν δεν θυμούνται έναν ιδεολόγο, αλλά ένα άνδρα σε διαρκή εμπόλεμη κατάσταση με το περιβάλλον του. Έναν άνθρωπο «αιώνια αδικημένο, αιώνια ανήσυχο, ανίκανο να βρει γαλήνη».
«Ήταν απλώς αναστατωμένος με τα πάντα» είπε στους ΝΥΤ ο Ντάνιελ Γκίλροϊ, πρώην συνάδελφός του στον τομέα της ιδιωτικής ασφάλειας. «Πάντα ταραγμένος. Πάντα οργισμένος». Από τα μαθητικά του χρόνια στο Πορτ Σεντ Λούσι της Φλόριντα, όπου μετακόμισε με τους Αφγανούς γονείς του από το Κουίνς της Νέας Υόρκης, ο Ματίν αποτελούσε την προσωποποίηση της κοινωνικής δυσαρμονίας.
Ήταν ένα παχύσαρκο, δυσκίνητο παιδί που διεκδικούσε την προσοχή των συμμαθητών του αποκλειστικά μέσω της πρόκλησης, των ενοχλητικών θορύβων και της λεκτικής βίας. Οι σχολικές του αναφορές ήταν γεμάτες από σημειώσεις για επιθετική συμπεριφορά, με αποτέλεσμα να συγκεντρώσει πάνω από 30 αποβολές και πειθαρχικές διώξεις κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Η πιο ανατριχιαστική και προφητική συμπεριφορά του, ωστόσο, καταγράφηκε όταν ήταν 14 ετών, ελάχιστες ημέρες μετά το εθνικό τραύμα της 11ης Σεπτεμβρίου. Επιβιβαζόμενος στο σχολικό λεωφορείο, ο έφηβος τότε Ματίν προχώρησε σε μια επίδειξη απόλυτης έλλειψης ενσυναίσθησης.
Άπλωσε τα χέρια του μιμούμενος τα φτερά αεροπλάνου, άρχισε να βγάζει ήχους κινητήρα με το στόμα του και στη συνέχεια αναπαράστησε μια έκρηξη προτού γλιστρήσει στη θέση του. Οι συμμαθητές του θυμούνται ότι επανέλαβε αυτή την αρρωστημένη παράσταση τρεις ή τέσσερις φορές, δείχνοντας μια ακατανόητη έξαψη που πάγωσε το λεωφορείο.
Η νοσηρή αυτή παντομίμα σταμάτησε μόνο όταν οι υπόλοιποι έχασαν την υπομονή τους και τον απείλησαν με άγριο ξυλοδαρμό αν συνέχιζε να χλευάζει την εθνική τραγωδία.
Φετίχ με την εξουσία
Μεγαλώνοντας, ο Ματίν μεταμόρφωσε το σώμα του μέσω της εμμονικής άρσης βαρών και των πιθανών αναβολικών, αναζητώντας μια εικόνα ισχύος. Το μεγάλο του πάθος ήταν τα σώματα ασφαλείας· ήθελε απεγνωσμένα να γίνει αστυνομικός, να φέρει όπλο, να επιβάλλει τον νόμο.
Το 2006, o Mατίν προσελήφθη ως εκπαιδευόμενος δεσμοφύλακας στο Martin Correctional Institution. Η καριέρα του όμως έληξε άδοξα και εμφατικά μόλις έξι μήνες μετά.
Στις 14 Απριλίου 2007, δύο μόλις εικοσιτετράωρα πριν από το μακελειό στο πανεπιστήμιο Virginia Tech, ο Ματίν ρώτησε γελώντας έναν ανώτερό του: «Αν έφερνα ένα όπλο στη σχολή, θα το έλεγες σε κανέναν;». Η διοίκηση των φυλακών τον απέλυσε αμέσως, χαρακτηρίζοντας την ερώτησή του «άκρως ανησυχητική».
Αποκλεισμένος από την επίσημη κρατική εξουσία, κατέφυγε στην ιδιωτική ασφάλεια, φορώντας τη στολή του φύλακα της G4S. Πίσω από αυτή τη στολή, η προβληματική του προσωπικότητα άρχισε να ξεδιπλώνεται σε όλο της το σκοτεινό μεγαλείο.
Η πρώτη του σύζυγος, Σιτόρα Γιουσουφί, την οποία γνώρισε στο διαδίκτυο, περιέγραψε έναν άνθρωπο που στην αρχή φαινόταν φυσιολογικός, αλλά γρήγορα μετατράπηκε σε έναν βίαιο, απρόβλεπτο δυνάστη.
Την χτυπούσε συστηματικά, της απαγόρευε κάθε επικοινωνία και την κρατούσε απομονωμένη και αιχμάλωτη μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, αναγκάζοντάς την τελικά να δραπετεύσει μέσα στη νύχτα με τη βοήθεια των γονιών της για να σώσει τη ζωή της.
Στην επόμενη δουλειά του, ως φύλακας σε μια πολυτελή κοινότητα γκολφ, ο Ματίν συμπεριφερόταν, σύμφωνα με μαρτυρίες, ως «κανονικό αρπακτικό».
Τρομοκρατούσε τις γυναίκες που περνούσαν την πύλη, κρατούσε τις ταυτότητές τους αρνούμενος να τις αφήσει και έγερνε μέσα από το παράθυρο των αυτοκινήτων αναπνέοντας βαριά, με τους μύες του σαγονιού του σφιγμένους από μια ανεξήγητη, βουβή λύσσα.
«Ήταν σαν να κοιτάζω τα μάτια του Τεντ Μπάντι», δήλωσε ένας κάτοικος που τον είχε αντιμετωπίσει και σοκαρίστηκε από την απάθεια, την παγωμένη, ανέκφραστη και αποκομμένη από οποιοδήποτε ανθρώπινο συναίσθημα στάση του. «Ήμουν έξαλλος, αλλά εκείνος έμοιαζε κενός».
«Το παιδί σοκαρίστηκε»
Η αντίφαση που σφράγισε τη ζωή του Ματίν καθρεφτιζόταν ακόμα και στους τοίχους του σπιτιού του.
Ο πατέρας του, Σεντίκ Ματίν, ένας Αφγανός πρόσφυγας παγιδευμένος ανάμεσα στην αμερικανική του ενσωμάτωση και τις πολιτικές του αυταπάτες -έφτανε στο σημείο να ανεβάζει βίντεο όπου προσποιούνταν τον πρόεδρο του Αφγανιστάν-, ισχυρίστηκε ότι ο γιος του εξοργίστηκε όταν είδε δύο άντρες να φιλιούνται μπροστά του.
Κι όμως, το δωμάτιο αυτού του παιδιού που θα γινόταν μακελάρης ήταν γεμάτο από την απόλυτη αμερικανική αθωότητα γεμάτο από κράνη του Spider-Man, κουρτίνες των Star Wars και φιγούρες του Μίκυ Μάους. Το σκηνικό της ποπ, εγχώριας κανονικότητας, κυοφορούσε τον απόλυτο όλεθρο.
Στις αρχές Ιουνίου του 2016, χωρίς καμία καθυστέρηση και με απόλυτη νομιμότητα, ο άνθρωπος που είχε απορριφθεί από το σύστημα επιβολής του νόμου αγόρασε ένα πιστόλι Glock 9mm και ένα στρατιωτικού τύπου τυφέκιο SIG Sauer MCX.
Ο Ματίν ως σύμπτωμα
Το ξημέρωμα της 12ης Ιουνίου, μετέφερε αυτά τα εργαλεία θανάτου στο Pulse. Εκεί, εκατοντάδες νέοι, στην πλειοψηφία τους Λατίνοι και μέλη της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, χόρευαν, έπιναν και γιόρταζαν τη δική τους ελευθερία, με τον ίδιο τρόπο που οι οικογένειες γιορτάζουν στους γάμους. Και τότε, ο Όμαρ Ματίν, πιστός στον δικό του μοναχικό, μακάβριο ρυθμό, άρχισε να πυροβολεί.
Δέκα χρόνια μετά, η μνήμη των 49 θυμάτων παραμένει ζωντανή. Μια υπενθύμιση της οργής του δολοφόνου και της αιώνιας άρνησης της κοινωνίας να επιτρέψει στο σκοτάδι ενός ασύμβατου ανθρώπου να καταργήσει τη χαρά της ζωής.
Το μακελειό στο Pulse δεν ήταν βέβαια ένα μεμονωμένο περιστατικό, όσο και αν τα media προσπάθησαν να το βαφτίσουν τέτοιο.
Ήταν το σύμπτωμα καιρών που επιτρέπουν στο μίσος να είναι κανονικότητα, στον άλλον να είναι εχθρός, στο διαφορετικό να είναι απειλή -και αυτό είναι που στοιχειώνει περισσότερο από όλα όσο η ορατότητα γίνεται ακόμη κόκκινο πανί.