H πρόσφατη μελέτη «Τhe Café Economy» για τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας από τα χρόνια της κρίσης και μετά, προκάλεσε αίσθηση και συζητήθηκε πέρα από τα στενά ακαδημαϊκά πλαίσια.

Σε αυτό βοήθησε πιθανόν και ο τίτλος, καθώς τα καφέ, οι καφετέριες, τα μαγαζιά και μαγαζάκια με ροφήματα και σνακ  είναι από τα πλέον αναγνωρίσιμα τοπόσημα σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Τα καφέ κάθε είδους, μαζί με τις υπόλοιπες αντίστοιχες επιχειρήσεις, δίνουν δουλειά σε εκατοντάδες χιλιάδες νέους και μεγαλύτερους σε ηλικία, ενώ η ειδικότητα του barista έχει κατοχυρώσει τη δική της νευραλγική θέση στην ιεραρχία της εστίασης.

Είναι ευνόητο ότι ο όρος «οικονομία των καφέ» χρησιμοποιείται συνεκδοχικά, ως ομπρέλα για να περιγράψει συνολικά τον κλάδο της εστίασης και των καταλυμάτων και τον ευρύτερο τομέα του τουρισμού.

Οι συγγραφείς της μελέτης, που δημοσιεύθηκε στα GreeSE Papers τoυ Ελληνικού Παρατηρητηρίου του London School of Economics, αναλύουν την αυξανόμενη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τις τουριστικές υπηρεσίες την τελευταία δεκαπενταετία, ιδίως μετά τα προγράμματα λιτότητας και τις  διαθρωτικές μεταρρυθμίσεις που επέβαλαν τα μνημόνια.

«Χωρίς στροφή στην τεχνολογική αλλαγή, με αύξηση παραγωγής και κόστους εργασίας, η “οικονομία του καφέ” κινδυνεύει να γίνει όχι μια προσωρινή προσαρμογή για την Ελλάδα, αλλά μια μακροπρόθεσμη κατάσταση στασιμότητας», γράφουν χαρακτηριστικά.

Αντιδράσεις από το ΙΝΣΕΤΕ για το Café Economy

Η μελέτη Τhe Café Economy προκάλεσε αντιδράσεις, οι οποίες εκφράστηκαν πιο εύγλωττα από την αντίστοιχη έρευνα του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) με τίτλο «Η Ελληνική Οικονομία χωρίς στερεότυπα: παραγωγικό υπόδειγμα και τουρισμός».

H μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ αμφισβητεί το επιχείρημα περί «μονοκαλλιέργειας του τουρισμού». Υποστηρίζει ότι ο τουρισμός είναι συγκριτικό πλεονέκτημα, καθώς αναπτύσσεται παράλληλα με την μεταποίηση, τον αγροδιατροφικό τομέα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Τι δηλώνει ο διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ

Το in απευθύνθηκε στον γενικό διευθυντή του ΙΝΣΕΤΕ Ηλία Κικίλια και στους συγγραφείς του Café Economy, όχι για να αναδείξει μια «κόντρα» μεταξύ οικονομολόγων, αλλά για να ανοίξει ένας δημιουργικός διάλογος, για ένα θέμα που μας καίει όλους – ειδικούς και μη.

Ο κ. Κικίλιας μας παρέπεμψε στις δηλώσεις του στο πλαίσιο της παρουσίασης της έρευνας. «Το αφήγημα της «οικονομίας του καφέ» και της «Ελλάδας της καφετέριας» δεν βοηθά στη χάραξη πολιτικής. Υποτιμά τις πραγματικές επιδόσεις της χώρας, απαξιώνει δυναμικούς εξαγωγικούς και παραγωγικούς κλάδους και συγχέει μακροοικονομικά μεγέθη με δομικές αδυναμίες.

Η πρόκληση δεν είναι να «αποδράσουμε» από μια ανύπαρκτη «οικονομία του καφέ», αλλά να κεφαλαιοποιήσουμε τα πραγματικά επιτεύγματα της τελευταίας δεκαετίας και να αντιμετωπίσουμε με ρεαλισμό τα σημαντικά πραγματικά προβλήματα» υπογραμμίζει.

Τι απαντάνε οι συγγραφείς του Café Economy

Οι ερευνητές του Café Economy προτίμησαν να απαντήσουν με ένα συλλογικό κείμενο, επιμένοντας ότι υπάρχει ανάγκη επαναπροσανατολισμού του παραγωγικού προτύπου της χώρας. Το παραθέτουμε αυτούσιο.

Ο τουρισμός από μόνος του δεν αρκεί ως αναπτυξιακή στρατηγική

Βλάσης Μισσός, Ερευνητής ΚΕΠΕ,

Μιχάλης Νικηφόρος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Γενεύης,

Χρήστος Πιέρρος, Επίκουρος Καθηγητής ΕΚΠΑ,

Νικόλαος Ροδουσάκης, Ερευνητής ΚΕΠΕ

Κάθε νέο ρεκόρ αφίξεων στην Ελλάδα παρουσιάζεται ως σημάδι επιτυχίας και κάθε άνοδος των τουριστικών εσόδων ως επιβεβαίωση ότι η χώρα κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Ο τουρισμός είναι αναμφίβολα μια σημαντική παραγωγική δραστηριότητα, ειδικά για μια οικονομία όπως η ελληνική – δημιουργεί εισόδημα, απασχόληση, συνάλλαγμα.

Την ίδια στιγμή όμως είναι προβληματική η ανύψωση του συγκεκριμένου κλάδου σε γενικό αναπτυξιακό υπόδειγμα. Μια οικονομία δεν μπορεί να στηρίζεται μακροπρόθεσμα στις υπηρεσίες προς τους επισκέπτες. Όταν η παραγωγική της βάση αποδυναμώνεται, η εργασία στρέφεται σε δραστηριότητες χαμηλότερης παραγωγικότητας και η συνολική αναπτυξιακή στρατηγική περιορίζεται αντί να διευρύνεται.

Αυτό, βέβαια, δεν αποτελεί κριτική στους ανθρώπους που εργάζονται και δραστηριοποιούνται επαγγελματικά στον τουρισμό. Η παραπάνω θέση δεν υποτιμά την αξία της δουλειάς τους, ούτε αγνοεί ότι ο τουρισμός στηρίζει τα οικογενειακά εισοδήματα, τις μικρές επιχειρήσεις και ολόκληρες τοπικές οικονομίες. Η κριτική αφορά τη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Αφορά την τάση να παρουσιάζεται ο τουρισμός ως η αποκλειστική απάντηση στο αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας, ενώ αυτό που απουσιάζει είναι μια ευρύτερη στρατηγική παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Τι αναδεικνύει το Café Economy

Δεν έχουμε απλώς μια οικονομία με ισχυρό τουριστικό τομέα. Έχουμε μια οικονομία που, ιδιαίτερα μετά την κρίση, μετατοπίστηκε προς κλάδους χαμηλότερης παραγωγικότητας, χαμηλότερης τεχνολογικής έντασης και περιορισμένης εγχώριας προστιθέμενης αξίας.  Δηλαδή, προς δραστηριότητες με ασθενέστερη αναπτυξιακή δυναμική.

Αυτό ακριβώς αναδεικνύουμε στην πρόσφατη μελέτη μας με τον τίτλο «Η οικονομία των καφέ» (The café economy: Structural transformation in Greece in the wake of austerity and “reforms”). Χρησιμοποιώντας δεδομένα της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας δείχνουμε ότι την τελευταία δεκαπενταετία στην Ελλάδα έχει υπάρξει μια έντονη μετατόπιση της απασχόλησης προς τον κλάδο «Υπηρεσιών Παροχής Καταλύματος και Εστίασης».

Η παραγωγικότητα του κλάδου «υπηρεσίες εστίασης-καταλυμάτων» το 2024 ήταν περίπου 40% χαμηλότερη από ό,τι το 2009

Πιο συγκεκριμένα την περίοδο 2009–2023, η συμμετοχή του κλάδου στη συνολική απασχόληση σχεδόν διπλασιάστηκε (αυξήθηκε κατά περίπου 6 ποσοστιαίες μονάδες) και είναι σήμερα τρεις φορές πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Την ίδια ώρα, το μερίδιό του στην παραγωγή αυξήθηκε πολύ λιγότερο, περίπου κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες. Με απλά λόγια, όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι κατευθύνθηκαν σε έναν κλάδο που δεν αύξησε αντίστοιχα την παραγωγική δυναμική της χώρας.

Τουρισμός και παραγωγικότητα

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο ορατό όταν εξετάσουμε την παραγωγικότητα. Το 2024 η μέση παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας ήταν 17% χαμηλότερη σε σχέση με το 2009, πριν από την κρίση, αλλά και λίγο χαμηλότερη σε σχέση με το 2014, όταν και άρχισε η ανάκαμψη μετά την κρίση, και με το 2019, πριν από την πανδημία που οδήγησε στη δημοσιονομική χαλάρωση σε ευρωπαϊκό επίπεδο και σε μια σειρά από προγράμματα για τη στήριξη των εθνικών οικονομιών (όπως το NextGenerationEU).

Τα καταλύματα και η εστίαση, ένας κλάδος η παραγωγικότητα του οποίου ήδη πριν την κρίση ήταν χαμηλή – όπως συμβαίνει σε ολόκληρη την Ευρώπη – παρουσιάζει ακόμη πιο έντονη υστέρηση. Η παραγωγικότητά του το 2024 ήταν περίπου 40% χαμηλότερη από ό,τι το 2009.

Συνολικά, περίπου το ένα τρίτο της πτώσης της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας συνδέεται με τον συγκεκριμένο κλάδο. Δεν μιλάμε λοιπόν για έναν κινητήρα ανάπτυξης, αλλά για έναν τομέα που, όταν διογκώνεται μέσα σε ένα αδύναμο παραγωγικό σύστημα, συμβάλλει στην αναπαραγωγή μιας οικονομίας χαμηλής παραγωγικότητας.

Εξάρτηση από εισαγωγές

Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο ποσοτικό αλλά και ποιοτικό. Ο τουρισμός στην Ελλάδα δεν αναπτύσσεται πάνω σε μια επαρκώς πυκνή εγχώρια παραγωγική αλυσίδα. Αντί να στηρίζεται στην εγχώρια μεταποίηση, στην αγροτοδιατροφή, στη βιοτεχνία, στον εξοπλισμό και στα τοπικά δίκτυα προμηθειών, συχνά λειτουργεί με αυξημένη εισαγωγική εξάρτηση. Αυτό σημαίνει ότι ένα αυξανόμενο μέρος των οφελών διαρρέει προς το εξωτερικό. Για να στηριχθεί η τουριστική επέκταση, η χώρα εισάγει περισσότερα τρόφιμα, υλικά, εξοπλισμό και ενδιάμεσες εισροές. Τα τουριστικά έσοδα, επομένως, δεν διαχέονται όσο θα μπορούσαν στο εγχώριο παραγωγικό σύστημα.

Επενδύσεις και απασχόληση

Το ίδιο ισχύει για το είδος των επενδύσεων και της απασχόλησης που ενισχύονται. Η τουριστική επέκταση ευνοεί επενδύσεις γρήγορης απόδοσης, χωρίς παραγωγικό βάθος και χωρίς ένταξη σε μακρόπνοο αναπτυξιακό σχέδιο. Παράγει θέσεις εργασίας που είναι συχνά εποχικές, ελαστικές και χαμηλά αμειβόμενες. Στον κλάδο των καταλυμάτων και της εστίασης αυξήθηκαν έντονα η μερική και η ακούσια-μερική απασχόληση, ενώ οι υψηλής ειδίκευσης θέσεις μειώθηκαν και οι χαμηλής ειδίκευσης ενισχύθηκαν. Πρόκειται για ένα μοντέλο που δεν αναβαθμίζει συστηματικά την εργασία, αλλά συχνά την εγκλωβίζει σε χαμηλότερες προοπτικές.

H αύξηση των βραχυχρόνιων μισθώσεων τροφοδοτεί την άνοδο των ενοικίων

Πίεση στο κόστος ζωής

Υπάρχει, τέλος, και μια ακόμη διάσταση που γίνεται όλο και πιο ορατή. Η υπερβολική εξάρτηση από τον τουρισμό ασκεί πίεση στο κόστος ζωής. Η αύξηση των βραχυχρόνιων μισθώσεων τροφοδοτεί την άνοδο των ενοικίων και δυσκολεύει την πρόσβαση των κατοίκων στη στέγη. Σε πολλούς τουριστικούς προορισμούς εμφανίζονται φαινόμενα κορεσμού, πίεσης στις υποδομές, περιβαλλοντικής επιβάρυνσης και σύγκρουσης ανάμεσα στις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και στις απαιτήσεις της τουριστικής κατανάλωσης. Το δίλημμα είναι πραγματικό. Πώς μια χώρα που χρειάζεται εισόδημα, απασχόληση και συνάλλαγμα μπορεί να αξιοποιεί τον τουρισμό χωρίς να ανασυγκροτεί ολόκληρη την οικονομία και την κοινωνία της γύρω από αυτόν;

Ανάγκη για ισχυρότερη παραγωγική βάση

Ο τουρισμός μπορεί να είναι σημαντικός κλάδος, δεν μπορεί όμως να είναι το γενικό υπόδειγμα ανάπτυξης. Μια ανθεκτική οικονομία χρειάζεται ισχυρότερη παραγωγική βάση, περισσότερες διασυνδέσεις ανάμεσα στους κλάδους, υψηλότερη εγχώρια προστιθέμενη αξία, τεχνολογική αναβάθμιση και σταθερότερες, καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Η ελληνική οικονομία χρειάζεται λιγότερη τουριστική μονοκαλλιέργεια και να πάψει να αντιμετωπίζει τον τουρισμό ως απάντηση σε όλα. Ο τουρισμός μπορεί να είναι μέρος της λύσης, αλλά δεν μπορεί να είναι όλη η λύση. Γιατί μια χώρα που μαθαίνει να ζει σχεδόν αποκλειστικά από τις υπηρεσίες προς τον επισκέπτη κινδυνεύει, αργά ή γρήγορα, να χάσει την ικανότητα να παράγει για τον εαυτό της.

Δείτε τις δύο μελέτες ΕΔΩ και ΕΔΩ