Η Ανεξάρτητη Αρχή Επιθεώρησης Εργασίας έμεινε ακέφαλη με τη θέση του διοικητή της να μένει κενή από τον περασμένο Οκτώβριο. Μία από τις πλέον εμβληματικές για την κυβέρνηση θεσμικές μεταρρυθμίσεις, που είναι η ανεξαρτησία της Αρχής, βρίσκεται στον αέρα…
Με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που εκδόθηκε τον περασμένο Οκτώβριο παύτηκε ο μέχρι τότε επικεφαλής της Αρχής, Γιώργος Τζιλιβάκης, καθώς κρίθηκε προβληματικός ο τρόπος διορισμού του. Ο Τζιλιβάκης κατόπιν σχετικού διαγωνισμού το 2022 είχε επιλεγεί για τη θέση του διοικητή της ΑΑΕΕ.
Ωστόσο, την επιλογή του μέχρι πρότινος διοικητή είχε ακολουθήσει, σύμφωνα με πλήροφορίες, προσφυγή στο ΣτΕ από τον επίσης συμμετέχοντα στον διαγωνισμό Γιώργο Κατοπόδη. Ο κ. Κατοπόδης, να σημειωθεί, ότι είναι κουμπάρος του Άδωνι Γεωργιάδη και επί της θητείας του τελευταίου στο υπουργείο Εργασίας παρείχε νομικές υπηρεσίες, όπως προκύπτει από μία απλή αναζήτηση στη Διαύγεια.
Να τονιστεί ότι η προσφυγή στο ΣτΕ έγινε μετά την επιλογή του Τζιλιβάκη το 2022 και η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου δημοσιεύτηκε πριν από τρεις μήνες. Από τότε λοιπόν η Αρχή χάνει τη διοικητική της ηγεσία και, ουσιαστικά, επιστρέφει στον άμεσο έλεγχο του υπουργείου Εργασίας.
Τα καθήκοντα όλο αυτό το διάστημα ασκεί υπάλληλος της Ανεξάρτητης Αρχής, ο οποίος τοποθετήθηκε από το υπουργείο Εργασίας -χωρίς να έχει τα απαραίτητα προσόντα- μέχρι και τη διενέργεια νέου διαγωνισμού για την εξεύρεση του επόμενου επικεφαλής.
Ο διαχωρισμός του πάλαι ποτέ Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας από το υπουργείο Εργασίας έγινε το 2021 όταν ο τότε υπουργός και σημερινός αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ο Κωστής Χατζηδάκης είχε προτείνει σχετικό νομοσχέδιο το οποίο και ψηφίστηκε για την ανεξαρτησία της Αρχής.
Ποιος ελέγχει πραγματικά την ασφάλεια;
Όλα αυτά βέβαια συμβαίνουν τη χειρότερη δυνατή στιγμή.
Η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί συγκλονισμένη το θανατηφόρο εργατικό ατύχημα στη Βιολάντα. Ένα ακόμα τραγικό περιστατικό που επαναφέρει με τον πιο ωμό τρόπο το ερώτημα: Ποιος ελέγχει πραγματικά την ασφάλεια στους χώρους εργασίας; Ποιος έχει την ευθύνη, την επάρκεια και κυρίως την ανεξαρτησία να επιβάλει κανόνες όταν αυτοί παραβιάζονται;
Στόχος της μετεαρρύθμισης για την ανεξαρτητοποίηση της Επιθεώρησης Εργασίας ήταν οι έλεγχοι να γίνονται μακριά από πιθανές κυβερνητικές ή άλλες παρεμβάσεις και μικροκομματικές σκοπιμότητες.
Η απόφαση του ΣτΕ δεν ακυρώνει κατ’ ανάγκη αυτή τη φιλοσοφία. Ακυρώνει όμως τον τρόπο με τον οποίο επιχειρήθηκε να υλοποιηθεί. Το πρόβλημα είναι ότι, μέχρι να αποκατασταθεί αυτή η θεσμική εκκρεμότητα, το σύστημα ελέγχου της εργασίας αποδυναμώνεται. Και όταν αποδυναμώνεται ο έλεγχος, το τίμημα το πληρώνουν οι εργαζόμενοι όχι σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά με πραγματικούς κινδύνους, πραγματικά ατυχήματα, πραγματικές απώλειες.
Η επιστροφή της Επιθεώρησης Εργασίας στο υπουργείο έστω και άτυπα μπορεί να μοιάζει διοικητικά «ασφαλής» λύση. Πολιτικά όμως είναι ένα βήμα πίσω. Και κοινωνικά, σε μια περίοδο που η ασφάλεια στην εργασία βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο, είναι ένα μήνυμα που προβληματίζει.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν χρειαζόμαστε μια Ανεξάρτητη Αρχή Επιθεώρησης Εργασίας. Αυτό έχει απαντηθεί τραγικά, πολλές φορές. Το ερώτημα είναι αν το πολιτικό σύστημα μπορεί και θέλει να τη στήσει σωστά, θεσμικά θωρακισμένη και πραγματικά ανεξάρτητη .Χωρίς ανεξαρτησία στους ελέγχους, η ασφάλεια στην εργασία μένει σύνθημα. Και τα «δυστυχήματα» γίνονται συνάμα και αποτυχία του κράτους.
Η ελευθερία (αίσθημα αυτονομίας) ενισχύει την ευτυχία σε όλο τον κόσμο, αλλά μια εκτεταμένη διεθνής μελέτη δείχνει ότι προσφέρει ακόμη μεγαλύτερη χαρά σε πλουσιότερες χώρες,