Η χώρα έχει ανάγκη μια μεγάλη αλλαγή. Αυτό, άλλωστε, προκύπτει ως πλειοψηφικό αίτημα σε όλες τις δημοσκοπήσεις, μαζί με την ιδιαίτερα έντονη δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και τον Κυριάκο Μητσοτάκη με επίκεντρο την ακρίβεια, τα σοβαρά προβλήματα στην καθημερινότητα αλλά και την υπονόμευση των θεσμών και του κράτους δικαίου.

Αυτό εξηγεί γιατί υπάρχει σήμερα ένα τόσο έντονο αίτημα δικαιοσύνης αλλά και γιατί στη συλλογική συνείδηση τα Τέμπη εξακολουθούν να αποτελούν τη συμπύκνωση όλων των προβλημάτων της χώρας.

Σε όλα αυτά προστίθεται και μια μεγάλη δυσπιστία για το πολιτικό σύστημα στο σύνολο του, ένα αντανακλαστικό που σε μεγάλο βαθμό αποτυπώνει και το πόσο βαθύ παραμένει το τραύμα που άφησε η εποχή των Μνημονίων, όταν το ένα μετά το άλλο τα κόμματα βρέθηκαν στη θέση να πρέπει να διαχειριστούν τις απαιτήσεις της Τρόικας.

Η απαξίωση και απογοήτευση, επιμένω, μπορεί εύκολα να οδηγήσει στον πειρασμό της «αντιπολιτικής», δηλαδή στην υποστήριξη σχημάτων και προσωπικοτήτων που σε μεγάλο βαθμό θα εκφράζουν αυτή την οργή, τη δυσαρέσκεια και την αποδοκιμασία, χωρίς όμως να μπορούν να προτείνουν μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.

Και είναι σαφές ότι υπάρχει σήμερα ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος που είναι έτοιμο να ακολουθήσει μια πρόταση που δεν θα εκπροσωπείται από τους «επαγγελματίες της πολιτικής» και θα αποπνέει μια «αντισυστημική» κατεύθυνση.

Όλα αυτά έχουν σημασία, εάν θέλουμε να κατανοήσουμε γιατί η πολιτική πρωτοβουλία της Μαρίας Καρυστιανού, ακόμη και εάν δεν έχει επισήμως ανακοινωθεί, δείχνει να έχει μια πραγματική απήχηση. Μια απήχηση, βέβαια, που δοκιμάστηκε με τις δηλώσεις για τις αμβλώσεις και βέβαια θα υποστεί και το τίμημα της μετάβασης από την ιδιότητα ενός προσώπου που εκπροσώπησε ένα πάνδημο αίτημα δικαιοσύνης για τα Τέμπη, στην ιδιότητα της ηγετικής προσωπικότητας σε έναν κομματικό σχηματισμό, αλλά αυτό δεν σημαίνει και αυτόματη «αποδόμηση». Ας μην ξεχνάμε ότι αυτός ο υπό διαμόρφωση σχηματισμός δεν θα περιορίζεται απλώς σε κάποια πρόσωπα ή και πολιτικές θέσεις που θα προσέρχονται από ένα είδος «θρησκευτικής δεξιάς». Όλα δείχνουν ότι καταβάλλεται προσπάθεια για τη συσπείρωση και ανθρώπων ή και συλλογικοτήτων που προέρχονται από αυτό που κάποτε λέγαμε «αντιμνημονιακό χώρο», ιδίως την πιο «πατριωτική» του εκδοχή. Αυτό παραπέμπει σε ένα λόγο που θα προσπαθεί να συνδυάσει το αίτημα της «κάθαρσης», με την έμφαση στην «εθνική κυριαρχία», με το «ούτε δεξιά ούτε αριστερά», με έναν «αντισυστημικό» τόνο στην οικονομία (π.χ. αμφισβήτηση του ευρώ). Όλο αυτό θα μπορεί να έχει μια απήχηση, ιδίως εάν ενδυθεί μια αυθεντία «επιτροπών σοφών», καθώς θα δίνει την αίσθηση ότι εκπροσωπεί μια συνολική εναλλακτική.

Όμως, την ίδια στιγμή, εάν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτό το πολιτικό και ιδεολογικό αμάλγαμα, σε μια κοινωνία απογοητευμένη, δυσαρεστημένη και τραυματισμένη θα μπορούσε να είχε απήχηση, ιδίως εκπροσωπούμενο από πρόσωπα «άφθαρτα». Προφανώς και αρκετοί μπορεί να απομακρυνθούν, αλλά αυτό αφορά ένα πιο πολιτικοποιημένο κομμάτι και στη χώρα μας υπάρχει εδώ και καιρό (και) κρίση πολιτικοποίησης.

Ότι θα έχει απήχηση, δεν σημαίνει ότι θα δώσει και προοπτική. Γιατί, ακόμη και εάν φαντάζει «ριζοσπαστικό», δεν θα είναι συνεκτικό και επεξεργασμένο και δεν θα μπορεί να μετασχηματιστεί σε κυβερνητικό έργο. Ακόμη χειρότερα, επειδή θα είναι ένα άθροισμα δεξιών (ενίοτε και πολύ δεξιών) και αριστερών τοποθετήσεων, υπό την πίεση της πραγματικότητας θα πρέπει να διαλέξει «πλευρά». Και τότε η διολίσθηση προς μια πιο κλασική δεξιά τοποθέτηση θα είναι πιο έντονη, ακόμη και εάν δεν δηλώνεται σαν τέτοια. Προσθέστε σε αυτά και όλα τα προβλήματα που ούτως ή άλλως έχουν τα προσωποκεντρικά κόμματα – έχουμε άλλωστε ήδη εμπειρία αυτών.

Από την άλλη μεριά, για να υπάρξει μια εναλλακτική προϋποθέτει συγκεκριμένες αφετηρίες και προτάσεις: Επίγνωση ότι η χώρα δεν μπορεί να φύγει από το ευρωπαϊκό πλαίσιο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για αναδιανομή, δίκαιη ανάπτυξη, και δημόσια επένδυση. Συγκεκριμένα βήματα για την ενίσχυση της θέσης των εργαζομένων και των δικαιωμάτων. Χάραξη στρατηγικής για ανάπτυξη που να στηρίζεται σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας. Πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που να συνδυάζει την αποφασιστικότητα με τη διάθεση διαλόγου. Ανασυγκρότηση των θεσμών με έμφαση στη δημοκρατία, αλλά και την κατοχύρωση και διεύρυνση των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Πολιτική για το μεταναστευτικό και το προσφυγικό που να είναι ρεαλιστική και στη βάση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στήριξη της δημόσιας παιδείας και υγείας.

Όλα αυτά δεν μπορούν να υποκατασταθούν από μια απλώς «αντισυστημική» ή «πατριωτική» ρητορική. Παρότι στην πραγματικότητα εκπροσωπώντας την αλλαγή σε σχέση με τη σημερινή καθοδική πορεία της χώρας αποτελούν ρήξη με τον τρόπο που έχει διαμορφωθεί ένα σύστημα εξουσίας (με παρακλάδια και στην οικονομία και στην ενημέρωση) και μορφές πραγματικού πατριωτισμού.

Ούτε είναι τυχαίο, βέβαια, ότι σήμερα ο φιλοκυβερνητικός μηχανισμός δείχνει να προκρίνει ως ένα βαθμό την κ. Καρυστιανού ως βασική αντίπαλο. Δεν είναι επειδή υποτιμούν την απήχησή της. Αλλά γιατί έχοντας ήδη επενδύσει στο «ΝΔ ή Χάος» σενάριο εκτιμούν ότι στον αναπόφευκτο «δεύτερο γύρο» θα κερδίσουν επενδύοντας σε δεξιόστροφα αντανακλαστικά αυτού του ακροατηρίου σε συνδυασμό με τον μπαμπούλα του «χάους».

Ας μην ξεχνάμε ότι και στο εξωτερικό έχουμε δει σχηματισμούς που βγήκαν στο προσκήνιο ως εκφράσεις δυσαρέσκειας, αλλά δεν είχαν συγκροτημένη πολιτική φυσιογνωμία να λειτουργούν τελικά ως καταλύτες για να πάει το πολιτικό σκηνικό σε πιο δεξιές και τελικά «συστημικές» λογικές. Οι ταλαντεύσεις των «5 αστεριών» στην Ιταλία είναι χαρακτηριστικές όπως και το πώς συνέβαλαν – μαζί με την ανεπάρκεια της Κεντροαριστεράς – στη σημερινή κατάσταση στη γειτονική χώρα.

Από την άλλη, όλα όσα βλέπουμε υπογραμμίζουν την αναντιστοιχία του σημερινού τοπίου της αντιπολίτευσης με την ίδια την αγωνία της κοινωνίας και τις δυναμικές της πολιτικής αλλαγής. Όπως και την αδυναμία αυτής της αντιπολίτευσης, στη σημερινή της μορφή και διάταξη δυνάμεων, να μπορέσει όχι μόνο να έχει μια σαφή προοπτική εξόδου από τη σημερινή κρίση, αλλά και τον αντίστοιχα «παιδαγωγικό» χαρακτήρα απέναντι στην κοινωνία, δηλαδή αποτυγχάνει και στο να βοηθά την κοινωνία να σκεφτεί και το πρόβλημα και την ενδεχόμενη λύση του πέρα από την απλή αναζήτηση «άφθαρτης» ψήφου διαμαρτυρίας.

Πράγμα που υποδηλώνει και την πρόκληση που είναι ακριβώς η προβολή μιας πειστικής και εφικτής εναλλακτικής πολιτικής πρότασης, με εχέγγυα για τη δυνατότητά της να γίνει κυβερνητικό έργο, μαζί με την προσπάθεια να επιστρέψει η πραγματική πολιτική συζήτηση για το τι χώρα θέλουμε, ποια δημοκρατία έχουμε ανάγκη και ποια ανάπτυξη χρειαζόμαστε. Μιας πρότασης που θα ανασυνθέτει μια σύγχρονη δημοκρατική παράταξη και ταυτόχρονα θα διαμορφώνει την κοινωνική συμμαχία που θα την στηρίξει, βοηθώντας τελικά τον λαό να ξαναγίνει πρωταγωνιστής.