Πριν τη πανδημία ο κος Παντελής στη Σταδίου θα είχε πουλήσει, ήδη πριν τις 9 το πρωί, τουλάχιστον εκατό κουλούρια σε όσους σταματούσαν στον δρόμο για τη δουλειά στα γύρω γραφεία, σε τουρίστες που ξεκινούσαν νωρίς τη βόλτα τους και στους υπόλοιπους περαστικούς που έψαχνα ένα γρήγορο πρωινό να τσιμπήσουν.

Τις λίγες μέρες που τα μαγαζιά του κέντρου ξανάνοιξαν, επέστρεψε στη θέση του για να βρει το κέντρο της Αθήνας αλλαγμένο και την πελατεία του σχεδόν εξαφανισμένη.

«Παίρνω εξήντα κουλούρια την ημέρα πλέον και δεν μπορώ να τα πουλήσω. Πριν μπορεί να έδινα 250- 300 κουλούρια την ημέρα» λέει μέσα από τη μάσκα του ενώ πάνω στο καρότσι τα απολυμαντικά και μαντηλάκια μοιάζουν να πιάνουν περισσότερο χώρο από το φαγητό.

Δέκα χρόνια στο ίδιο σημείο και είναι η πρώτη φορά που ζει τέτοια κατάσταση. «Σήμερα θα μείνουν πάλι. Και μιλάμε για το πιο φτηνό πράγμα, το κουλούρι που κάνει πενήντα λεπτά» λέει. Εκτός από το άγχος για τα οικονομικά του ο ίδιος έχει να αντιμετωπίσει και τον συνωστισμό στο μετρό για να φτάσει κάθε μέρα στο πόστο του στο κέντρο από το Περιστέρι.

Και ενώ τα έσοδα έχουν μειωθεί δραματικά, τα έξοδα συνεχίζουν να τρέχουν: «Εισιτήρια του μετρό, ΤΕΒΕ, άδεια. Όλα αυτά τα πληρώνουμε» λέει ο κουλούρας στην μια άκρη της Αιόλου. Ο κόσμος δεν σταματάει πλέον για φαγητό, συμπληρώνει. «Όλοι παίρνουν ντελίβερι και δεν ανταλλάζουν ούτε μια κουβέντα».

Ο «Κώστας» στη Μητροπόλεως- μια χαραμάδα με μερικά από τα καλύτερα σουβλάκια της πόλης και ιστορία πάνω από πενήντα χρόνια δεν είχε σκεφτεί ποτέ να κάνει ντελίβερι. Η ουρά για το φαγητό του ήταν πάντα μακριά και ο ίδιος συνέχιζε να φτιάχνει, κάτω από την πινακίδα που γράφει «Όχι άγχος», πεντακάθαρο σουβλάκι με τη συνταγή του παππού του. Πολύ πριν έρθει ο κορωνοϊός στο μαγαζί τα κέρματα και τα χαρτονομίσματα τα έπιαναν με τσιμπίδα, φορούσαν γάντια και σέρβιραν, σε όποιους τυχερούς από το πεινασμένο πλήθος προλάβαιναν, σουβλάκι με φρέσκα υλικά και γεύση παλιάς Αθήνας.

Πριν περίπου ένα μήνα στις εφαρμογές ντελίβερι εμφανίστηκε και ο «Κώστας». «Δεν νομίζω πανελλαδικά να υπάρχει σουβλατζίδικο που να μην έχει ντελίβερι, μπορεί και να ήμασταν οι τελευταίοι» λέει ο νεαρός Κώστας. Η βοηθός του πιάνει πλέον και τις κάρτες με την χαρακτηριστική τσιμπίδα και ζητάει ευγενικά από τους πελάτες να κρατήσουν αποστάσεις.

«Η εποχή που ζούμε είναι πλαστικό χρήμα και ντελίβερι» συμπληρώνει ο Κώστας.

«Μετά την πρώτη καραντίνα καταλάβαμε ότι δεν μπορεί πια να λειτουργήσει το μαγαζί μόνο με τον κόσμο που κυκλοφορεί έξω. Πλέον αν θες να δουλέψεις κάπως και να βρεις λύσεις. Πρέπει να κάνεις ντελίβερι. Είναι πολύ ψυχοφθόρες οι συνθήκες με το συνεχές ανοιγοκλείσιμο γι’ αυτό και αποφάσισα να κοιτάξω μπροστά».

Πριν την ανακοίνωση των τελευταίων μέτρων η κυρία Ελένη, χαμηλά στην Ερμού, έψηνε κάστανα παρόλο που με δυσκολία έβγαζε τα έξοδά της.

«Όλη μου η οικογένεια έκανε αυτή τη δουλειά. Από την εποχή του παππού μου. Οι γονείς μου ήταν στην Κατερίνη και έψηναν καλαμπόκια. Όταν παντρεύτηκα και ήρθα στην Αθήνα έψαχνα δουλειά αλλά δεν έβρισκα και είπα: αυτό θα κάνω».

Τα τελευταία δέκα χρόνια επιστρέφει στη γωνία της. Τον χειμώνα ψήνει κάστανα και το καλοκαίρι καλαμπόκια. «Ούτε τα έξοδα για τα κάρβουνα δεν βγαίνουν αυτές τις μέρες» λέει, «αν συνεχιστεί έτσι η κατάσταση θα κλείσω. Για να ψήσω πρέπει να έχω τα κάρβουνα».

Την ρωτάω αν νιώθει πιο εκτεθειμένη στον ιό στο δρόμο. «Φοβάμαι αλλά προσέχω. Όταν παίρνω τα χρήματα πλένω κάθε φορά τα χέρια μου. Περνάω τις επιφάνειες πρώτα με νερό και μετά με οινόπνευμα. Η αλήθεια είναι ότι πολλοί έχουν τη μάσκα κάτω απ’ το σαγόνι. Είναι δύσκολο. Δεν μπορείς και να μιλήσεις όμως. Αν πεις μια κουβέντα μπορεί και να σε δείρουν, υπάρχει ένταση, όλοι έχουν νεύρα» λέει.

«Δεν ξέρω ποιο θα είναι το μέλλον. Κοιτάμε να βολευτούμε όπως μπορούμε, να βγάλουμε το ψωμί μας. Έβγαλα έξι ευρώ και λέω και ευχαριστώ. Εγώ δεν πήρα ούτε επίδομα γιατί η άδεια είναι στο όνομά μου λόγω αναπηρίας» συμπληρώνει.

Από σήμερα η ίδια, όπως και οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που πουλάνε φαγητό στους δρόμους του κέντρου, έχει κλείσει και πάλι. Το φαγητό του δρόμου, η πιο προσιτή και εύκολη επιλογή για τους κατοίκους της πόλης κινδυνεύει. Το ίδιο και οι άνθρωποί του.

Πίσω στην Αίολου, ο Άρης που ετοιμάζει ζεστό, φρεσκοφτιαγμένο φαλάφελ αναφέρει σχετικά με όσα ζει τον τελευταίο καιρό στη δουλειά του: «Εμείς συγκεκριμένα δουλεύουμε με φρέσκα προϊόντα, δεν έχουμε καν κατάψυξη οπότε αν μια πρόβλεψη πάει λάθος, αν κάτι δεν πάει καλά, τα πετάμε. Έχουν βγει ανακοινώσεις της τελευταίας στιγμής που μας έχουν αναγκάσει να τα πετάξουμε όλα. Για ένα μαγαζί με ευπαθή προϊόντα αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα».

Είναι μεσημέρι με καλό καιρό και μερικοί πελάτες έχουν αρχίσει να μαζεύονται για να πάρουν κάτι στο χέρι. Το φαλαφελάδικο δεν κάνει ντελίβερι: «Δεν κάνουμε, παρόλο που το σκεφτήκαμε, επειδή είναι ασύμφορο. Οι εταιρίες που το κάνουν ζητάνε πάρα πολλά λεφτά και εμείς έχουμε πολύ χαμηλό ποσοστό κέρδους οπότε δεν έχει νόημα» λέει ο Άρης.

«Ήμασταν κλειστά για πολύ καιρό και ανοίξαμε από τις γιορτές γιατί δεν αντέχαμε άλλο. Είμαστε με αναστολές, με μειωμένο ωράριο και έχουμε την αβεβαιότητα που έχουν όλοι. Κάποιες φορές νιώθεις πως δεν αξίζει να ανοίξεις καθόλου.

Πρέπει όμως να είμαστε ανοιχτοί για να εξυπηρετήσουμε τον κόσμο που είναι εδώ έστω και λίγες ώρες. Αρχίζουμε και νιώθουμε ότι είναι και αυτό μια ευθύνη γιατί αλλιώς τι θα φάει και ο κόσμος;» λέει για το απλό, φτηνό, γρήγορο φαγητό του δρόμου που ήταν πάντα εκεί για όλους και ελπίζουμε να παραμείνει έτσι.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο