Στη συμφωνία της κυβέρνησης και της Εκκλησίας της Ελλάδος για τις σχέσεις κράτους και εκκλησίας αναφέρεται ανταπόκριση της Frankfurter Rundschau. Ο γερμανός ανταποκριτής κάνει λόγο «για ιερό πόλεμο του Τσίπρα με τον κλήρο», επισημαίνοντας ότι «ο έλληνας πρωθυπουργός θέτει εν αμφιβόλω το καθεστώς του δημοσίου υπαλλήλου για τους ιερείς προκειμένου να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και να κερδίσει πόντους στον προεκλογικό αγώνα».

Η ανταπόκριση της εφημερίδας της Φραγκφούρτης αναφέρεται στη συμφωνία ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, η οποία μεταξύ άλλων προβλέπει αλλαγές στο καθεστώς μισθοδοσίας των κληρικών, και σχολιάζει ότι «ο Τσίπρας και ο Ιερώνυμος λογάριασαν χωρίς τον κλήρο. Αυτός εξεγείρεται», σημειώνει το δημοσίευμα στην ηλεκτρονική έκδοση της FR. Το άρθρο επισημαίνει ότι «ο δηλωμένος αθεϊστής Τσίπρας πανηγυρίζει για τη συμφωνία, παρουσιάζοντάς την ως σημαντικό βήμα για τον χωρισμό κράτους και εκκλησίας. Μέχρι σήμερα η Ορδοδοξία έχει ισχύ εθνικού θρησκεύματος και οι ιερείς διαθέτουν καθεστώς δημοσίων υπαλλήλων. Σε μια αναθεώρηση του Συντάγματος ο έλληνας πρωθυπουργός θέλει να εδραιώσει τη ‘θρησκευτική ουδετερότητα’ του κράτους».

Προεκλογικά οφέλη για τον πρωθυπουργό;

Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, ένας χωρισμός κράτους και εκκλησίας δεν υπαγορεύεται μόνον από την ιδεολογία του Αλέξη Τσίπρα, αλλά θα μπορούσε να του προσφέρει και «πρακτικά πολιτικά πλεονεκτήματα», δεδομένου ότι «οι 10.000 θέσεις (σ.σ. κληρικών) που θα αδειάσουν θα μπορούσαν να δοθούν αλλού από την κυβέρνηση –αυτό αποτελεί άσσο (σ.σ. για τον πρωθυπουργό) στον προεκλογικό αγώνα που ξεκινά τώρα. Για τα προεκλογικά δώρα ωστόσο θα κληθεί να πληρώσει ο φορολογούμενος, διότι εμμέσως το κράτος θα συνεχίσει να πληρώνει τους ιερείς: Αντί να τους αμείβει άμεσα, ο υπουργός Οικονομικών πρόκειται να εμβάζει τα απαιτούμενα 200 εκατομμύρια ευρώ ετησίως σε ειδικό ταμείο της εκκλησίας, από το οποίο θα πληρώνονται εν συνεχεία οι ιερείς».

Ο γερμανός ανταποκριτής αναφέρεται στο «όχι» της Ιεράς Συνόδου για τις αλλαγές στο καθεστώς μισθοδοσίας των κληρικών, αλλά και στην επιμονή του Αλέξη Τσίπρα να υλοποιήσει το περιεχόμενο της επίμαχης συμφωνίας. Όπως εκτιμά ο αρθρογράφος, «ο Τσίπρας ρισκάρει με αυτόν τον τρόπο μια αναμέτρηση δυνάμεων με τον ισχυρό κλήρο». Για να καταδείξει τη δυσκολία του εγχειρήματος του έλληνα πρωθυπουργού και τους κινδύνους που κρύβει αυτό, το δημοσίευμα αναφέρει παραδείγματα από το παρελθόν της Ελλάδας: «Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου επιχείρησε να δρομολογήσει τον χωρισμό κράτους και εκκλησίας. Συνάντησε οργισμένες αντιδράσεις, μπόρεσε όμως τουλάχιστον να περάσει την υιοθέτηση του πολιτικού γάμου και την ισότητα των δύο φύλων στο οικογενειακό δίκαιο. Το 2001 ο τότε σοσιαλιστής πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης μερίμνησε για την κατάργηση της αναγραφής του θρησκεύματος στις ελληνικές ταυτότητες – παρά τις εντονότατες αντιδράσεις του κλήρου, ο οποίος είχε μαζέψει τρία εκατομμύρια υπογραφές κατά του εγχειρήματος».

«Η Ιταλία απομονώνεται στην Ευρώπη»

Η όξυνση στη διαμάχη μεταξύ Ιταλίας και ΕΕ για τον ιταλικό προϋπολογισμό του 2019 είναι για άλλη μια μέρα κυρίαρχο θέμα σχολιασμού στον γερμανικό Τύπο. Οι γερμανοί σχολιαστές συγκλίνουν σε μια άκρως επικριτική προσέγγιση των χειρισμών στους οποίους προβαίνει η ιταλική κυβέρνηση.

Η Stuttgarter Zeitung εκτιμά ότι «η Κομισιόν έχει κάνει μέχρι τώρα τα πάντα σωστά στην αντιπαράθεση με την Ιταλία για τα χρέη. Οι λαϊκιστές στη Ρώμη αδιαφόρησαν με τόση θρασύτητα για τα συμφέροντα των υπόλοιπων κρατών μελών (σ.σ. της ευρωζώνης), ώστε δεν επιτρέπεται να προσδοκούν ότι θα υπάρξει προθυμία για παροχή βοήθειας. Όποιος επιμένει να πορεύεται με εγωιστικό τρόπο δεν μπορεί να προσδοκά αλληλεγγύη σε ώρα ανάγκης», υπογραμμίζει η εφημερίδα της Στουτγάρδης.

Η Süddeutsche Zeitung κάνει λόγο για βαθμιαία αντιστροφή του κλίματος στην Ιταλία εξαιτίας των χειρισμών της κυβέρνησης και εστιάζει σε δύο πολιτικές προσωπικότητες: «Οι ισχυροί άνδρες της Ρώμης Σαλβίνι και Ντι Μάιο χλευάζουν την ΕΕ και τις προειδοποιήσεις της –ακόμη. Διότι με τα αυξανόμενα επιτόκια (σ.σ. δανεισμού) το κλίμα στην Ιταλία επιδεινώνεται εμφανώς. Στο μεταξύ το αίσθημα των ψηφοφόρων μετράει λιγότερο από τις τσέπες τους». Η εφημερίδα του Μονάχου επισημαίνει τον κίνδυνο η αταλάντευτη στάση της ιταλικής κυβέρνησης να καταλήξει σε «αυτογκόλ» και αναφέρει: «Στον Βορρά της χώρας, όπου βρίσκεται σημαντικό μέρος του ιταλικού πλούτου και όπου παράγεται ακόμη μεγαλύτερο τμήμα του ΑΕΠ, η ανησυχία είναι ιδιαίτερα έντονη. Πολλοί επιχειρηματίες από το Βενέτο, τη Λομβαρδία, το Πιεμόντε και την Εμίλια-Ρομάνια φοβούνται ότι οι θυσίες και οι κόποι τους κατά τη διάρκεια της μακράς οικονομικής κρίσης ήταν άσκοπα, ότι τα πάντα καταρρέουν πάλι τώρα μόνο επειδή οι κυβερνώντες λαϊκιστές προσδοκούν βραχυπρόθεσμα περισσότερη συναίνεση βάζοντάς τα με την ΕΕ».

Η SZ παρατηρεί ότι η Ιταλία απομονώνεται στην Ευρώπη, δεδομένου ότι ακόμη και «οι δήθεν φίλοι των λαϊκιστών, οι κυβερνήσεις σε Βιέννη και Βουδαπέστη, ζητούν σκληρά μέτρα για τους παραβάτες των κανόνων στη Ρώμη».

Η Tageszeitung του Βερολίνου θεωρεί ότι «οι κανόνες πρέπει να ισχύουν για όλους» και αναφέρει ότι το 2002 ο τότε γερμανός καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ επέβαλε στις Βρυξέλλες να μην απειληθεί η Γερμανία με διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος «λόγω επικείμενων εκλογών». Σύμφωνα με την TAZ, «αυτό το συμβάν θεωρείται από πολλούς ο πρώτος θάνατος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, με το οποίο οι ιδρυτές ήθελαν να προστατεύσουν το ευρώ το 1997. Η Κομισιόν έμοιαζε τότε ασήμαντη. Και μέχρι σήμερα –εξαιτίας και της επιείκειας που είχε επιδειχθεί τότε (σ.σ. στη Γερμανία)- υπήρξαν πολλές ακόμη παραβιάσεις των κανόνων».

Άρης Καλτιριμτζής