Η αντιπαλότητα της Ελλάδας με την Τουρκία έχει προαιώνιες ρίζες. Τον τελευταίο καιρό βεβαίως οι εντάσεις είναι πολλές με τη γειτονική χώρα, όμως, όλοι πιστεύουν ότι μπορούν τα προβλήματα να επιλύονται με διπλωματικό τρόπο.

Ομως, οι γείτονες έχουν και πολλά κοινά, κι ένα από αυτά είναι οι γλωσσικές προσμείξεις. Τα 400 χρόνια υποδούλωσης του ελληνικού έθνους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και η εγγύτητα των δύο χωρών, έχει δημιουργήσει ένα «ειδικό» λεξιλόγιο. Δεκάδες λέξεις με τουρκική ρίζα έχουν απορροφηθεί και κανείς πλέον δεν γνωρίζει ότι δεν είναι ελληνικές. Σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα του συγγραφέα Νίκου Σαραντάκου, οι λέξεις του καταλόγου είναι 220 αλλά δύο από αυτές (μπόρα και ταπί) δεν έχουν τουρκική προέλευση, επομένως ο κατάλογος κανονικά έχει 218. Όταν λέμε «τουρκική προέλευση» συνυπολογίζουμε και την απώτερη αραβική ή περσική προέλευση των λέξεων.

Βέβαια, λείπουν πολλές λέξεις που λέμε συχνά. Ετσι, προκύπτει το ερώτημα, πόσα είναι τα τουρκικά δάνεια της ελληνικής γλώσσας ή (αν δεν μας ενοχλεί η ανακρίβεια), «πόσες είναι οι τουρκικές λέξεις της ελληνικής γλώσσας». Δεν είναι εύκολες τέτοιες μετρήσεις, γιατί υπάρχουν λέξεις ξεχασμένες και λέξεις ζωντανές, όπως επίσης υπάρχουν αρχικές λέξεις και παράγωγες-σύνθετες λέξεις. Για παράδειγμα, από τη λέξη ‘γλέντι’ έχουμε και το ρήμα γλεντάω, έχουμε τον γλεντζέ και τη γλεντζού, που μας δίνουν το επίθετο ‘γλεντζέδικος’ και το επίρρημα ‘γλεντζέδικα’. Έχουμε το υποριστικό «γλεντάκι», ενώ στον Μπαμπινιώτη υπάρχει και ο ημιλόγιος τύπος ‘γλεντιστής’. Έχουμε τέλος και τον γλεντοκόπο, το γλεντοκόπι ή γλεντοκόπημα, το ρήμα γλεντοκοπώ. Η μια «αρχική» λέξη δίνει δώδεκα μαζί με τα παράγωγά της. Δεν είναι όλες τόσο παραγωγικές, αλλά κάποιες είναι περισσότερο.

Το Σάββατο με ΤΑ ΝΕΑ, «Τα επώνυμα των Ελλήνων και οι τουρκικές ρίζες τους»

Τα επώνυμα των Ελλήνων και οι τουρκικές ρίζες τους

Μία μοναδική έκδοση, στην οποία σε 5.500 λήματα εξηγούνται περισσότερα από 12.000 επώνυμα που προέρχονται από την τουρκική γλώσσα και οι ρίζες τους κρατούν από το Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία.

———————————————————————–

Πλάι σε κάθε «τούρκικη» λέξη, ο αρχικός συντάκτης δίνει, σε παρένθεση, ένα συνώνυμο ή μια εξήγηση με «αμιγώς ελληνικές» λέξεις. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι μπορούμε να αντικαταστήσουμε τις «τούρκικες» λέξεις με τις «εγχώριες». Υπάρχουν τέτοιες προσπάθειες που προκαλούν γέλιο:

«Το βράδυ τρώω μόνο ένα πηγμένο γάλα» (γιαούρτι)

«Θα μας τρελάνουν πάλι οι ετησίες άνεμοι» (μελτέμια)

«Κάναμε πολλή ευδιαθεσία χτες στου Νίκου» (κέφι)

«Με τη ζέστη ένα υδροπεπόνι είναι ό,τι πρέπει» (καρπούζι)

«Οι φοιτητές στη Λάρισα πήγαν από πύραυνο» (μαγκάλι)

«Τον κοιτούσε κι έτρεχαν τα πυκνόρρευστα διαλύματα ζάχαρης» (σιρόπια)

Οι 218 (220-2) τουρκικής προέλευσης λέξεις του συγκεκριμένου καταλόγου είναι:

1. Αγάς (δεσποτικός-αυταρχικός),
2. Αγιάζι (πρωινό ή νυχτερινό κρύο),
3. Αλάνα (ανοιχτός χώρος),
4. Αλάνι (αλήτης)
5. Γιακάς (περιλαίμιο),
6. Γιαπί (οικοδομή),
7. Γιαρμάς (ροδάκινο),
8. Γιαούρτι (πηγμένο γάλα)
9. Γιλέκο (περιθωράκιον)
10. Γινάτι (πείσμα),
11. Γιουρούσι (επίθεση)
12. Γκάιντα (άσκαυλος),
13. Γκέμι (χαλινάρι)
14. Γλέντι (διασκέδαση)
15. Γούρι (τύχη),
16. Γρουσούζης (κακότυχος),
17. Δερβένι (κλεισούρα),
18. Εργένης (άγαμος),
19. Ζαμάνια (μεγάλο χρονικό διάστημα),
20. Ζαρζαβατικά (λαχανικά),
21. Ζόρι (δυσκολία),
22. Ζουμπούλι (υάκινθος),
23. Καβγάς (φιλονικία),
24. Καβούκι (καύκαλο),
25. Καβουρδίζω (φρυγανίζω-ξεροψήνω),
26. Καζάνι (λέβητας),
27. Καΐκι (βάρκα)
28. Καλέμι (γραφίδα),
29. Καλούπι (μήτρα-πρότυπο),
30. Κάλπικος (κίβδηλος),
31. Καπάκι (σκέπασμα- κάλυμμα),
32. Καραούλι (φρουρά-σκοπιά),
33. Καρπούζι (υδροπέπων),
34. Κασμάς (αξίνα-σκαπάνη)
35. Κατσίκα (ερίφι-γίδα)
36. Καφάσι (κιβώτιο),
37. Κελεπούρι (ανέλπιστο εύρημα)
38. Κέφι (ευδιαθεσία)
39. Κιμάς (ψιλοκομμένο κρέας),
40. Κιόσκι (περίπτερο),
41. Κολάι (ευκολία-άνεση),
42. Κολαούζος (οδηγός),
43. Κόπιτσα (πόρπη),
44. Κοτζάμ (τεράστιος-πελώριος),
45. Κοτσάνι (μίσχος),
46. Κότσι (αστράγαλος),
47. Κουβαρντάς (γενναιόδωρος-ανοιχτοχέρης)
48. Κουβάς (κάδος-αγγείο),
49. Κουμπαράς (δοχείο χρημάτων),
50. Κουσούρι (ελάττωμα-μειονέκτημα),
51. Κουτουρού (ασύνετα-απερίσκεπτα),
52. Λαγούμι (υπόνομος-οχετός),
53. Λαπάς (χυλός),
54. Λεβέντης (ανδρείος-ευσταλής),
55. Λεκές (κηλίδα),
56. Λελέκι (πελαργός),
57. Λούκι (υδροσωλήνας),
58. Μαγιά (προζύμη-ζυθοζύμη),
59. Μαγκάλι (πύραυνο),
60. Μαγκούφης (έρημος),
61. Μαϊντανός (πετροσέλινο-μακεδονίσι)
62. Μαντζούνι (φάρμακο),
63. Μαούνα (φορτηγίδα)
64. Μανάβης (οπωροπώλης),
65. Μαράζι (φθίση),
66. Μαραφέτι (μικρό εργαλείο),
67. Μασούρι (μικρό ξύλο),
68. Μαχαλάς (συνοικία),
69. Μεζές (ορεκτικά),
70. Μελτέμι (άνεμος ετησίας),
71. Μενεξές (εύοσμο λουλούδι),
72. Μεντεσές (στρόφιγγα),
73. Μεράκι (πόθος),
74. Μερεμέτι (επισκευή-επιδιόρθωση)
75. Μουσαμάς (κερωμένο-αδιάβροχο ύφασμα),
76. Μουσαφίρης (φιλοξενούμενος-επισκέπτης),
77. Μπαγιάτικο (μη νωπό),
78. Μπαγλαρώνω (δένω-φυλακίζω),
79. Μπαϊράκι (σημαία)
80. Μπακάλης (παντοπώλης),
81. Μπαλτάς (πελέκι),
82. Μπάμια (ιβίσκος ο εδώδιμος),
83. Μπαμπάς (πατέρας),
84. Μπάμπαλης (ο πολύ γέρος),
85. Μπαξές (περιβόλι-κήπος),
86. Μπαρούτι (πυρίτιδα),
87. Μπατζάκι (κνήμη-σκέλη),
88. Μπατζανάκης (σύγαμπρος-συννυφάδα),
89. Μπατίρισα (πτωχεύω-χρεοκοπώ),
90. Μπαχαρικό (αρωματικό άρτυμα),
91. Μπεκρής (μέθυσος),
92. Μπελάς (ενόχληση),
93. Μπινές (κίναιδος-ασελγής)
94. Μπογιά (βαφή-χρώμα),
95. Μπογιατζής (ελαιοχρωματιστής)
96. Μπόι (ανάστημα-ύψος),
97. Μπόλικος (άφθονος)
98. Μπόρα (καταιγίδα)
99. Μπόσικος (χαλαρός),
100. Μποστάνι (λαχανόκηπος),
101. Μπούζι (πάγος-ψύχρα),
102. Μπουλούκι (στίφος-άτακτο πλήθος),
103. Μπουλούκος (καλοθρεμμένος-παχουλός),
104. Μπουνταλάς (κουτός-ανόητος),
105. Μπουντρούμι (φυλακή),
106. Μπουρί (καπνοσωλήνας),
107. Μπούτι (μηρός),
108. Μπούχτισμα (κορεσμός),
109. Νάζι (κάμωμα-φιλαρέσκεια),
110. Νταβαντούρι (σύγχυση)
111. Νταμάρι (φλέβα-λατομείο),
112. Νταμπλάς (αποπληξία),
113. Νταντά (παραμάνα-τροφός),
114. Νταραβέρι (συναλλαγή-αγοραπωλησία) *** Λάθος, το νταραβέρι είναι ιταλικής προέλευσης (dare e avere, δούναι και λαβείν). Το τουρκογενές αντίστοιχο είναι το αλισβερίσι.
115. Ντελάλης (διαλαλητής),
116. Ντελής (παράφρονας),
117. Ντέρτι (καημός)
118. Ντιβάνι (κρεβάτι)
119. Ντιπ για ντιπ (ολωσδιόλου),
120. Ντουβάρι (τοίχος),
121. Ντουλάπι (ιματιοθήκη),
122. Ντουμάνι (καταχνιά-καπνός),
123. Ντουνιάς (κόσμος-ανθρωπότητα),
124. Παζάρι (αγορά-διαπραγμάτευση),
125. Παντζάρι (κοκκινογούλι-τεύτλο),
126. Πατζούρι (παραθυρόφυλλο),
127. Παπούτσι (υπόδημα),
128. Περβάζι (πλαίσιο θυρών),
129. Πιλάφι (ρύζι),
130. Πούστης (κίναιδος-ασελγής)
131. Ραχάτι (ησυχία)
132. Ρουσφέτι (χαριστική εξυπηρέτηση),
133. Σακάτης (ανάπηρος),
134. Σαματάς (θόρυβος),
135. Σεντούκι (κιβώτιο),
136. Σέρτικο (τσουχτερό, βαρύ),
137. Σινάφι (συντεχνία, κοινωνική τάξη),
138. ΣιντριβάνιΙ(πίδακας),
139. Σιρόπι (πυκνόρρευστο διάλυμα ζάχαρης),
140. Σαΐνι (ευφυής),
141. Σοβάς (ασβεστοκονίαμα),
142. Σόι (καταγωγή-γένος),
143. Σοκάκι (δρόμος),
144. Σόμπα (θερμάστρα),
145. Σουγιάς (μαχαιράκι),
146. Σουλούπι (μορφή-σχήμα)
147. Ταβάνι (οροφή),
148. Ταμπλάς (αποπληξία-συγκοπή),
149. Ταπί (χωρίς χρήματα)
150. Ταραμάς (αυγοτάραχο),
151. Τασάκι (σταχτοδοχείο),
152. Ταχίνι (αλεσμένο σουσάμι),
153. Ταψί (μαγειρικό σκεύος),
154. Τεκές (καταγώγιο)
155. Τεμπέλης (οκνηρός-ακαμάτης),
156. Τενεκές (δοχείο),
157. Τερτίπι (τέχνασμα-απάτη),
158. Τεφαρίκι (εκλεκτό-αριστούργημα),
159. Τεφτέρι (κατάστιχο)
160. Τζάκι (παραγώνι),
161. Τζάμι (υαλοπίνακας-γυαλί),
162. Τζάμπα (δωρεάν),
163. Τζαναμπέτης (κακότροπος-δύστροπος),
164. Τόπι (σφαίρα),
165. Τουλούμι (ασκός),
166. Τουλούμπα (αντλία),
167. Τουμπεκί (σιωπή),
168. Τράμπα (ανταλλαγή),
169. Τσαίρι (λιβάδι-βοσκοτόπι),
170. Τσακάλι (θώς),
171. Τσακίρης (γαλανομάτης),
172. Τσακμάκι (αναπτήρας),
173. Τσάντα (δερμάτινη θήκη),
174. Τσαντίρι (σκηνή),
175. Τσαπατσούλης (ανοικοκύρευτος-άτσαλος),
176. Τσάρκα (επιδρομή-περιπλάνηση),
177. Τσαντίζω (εξοργίζω-προσβάλω),
178. Τσαχπίνης (κατεργάρης-πονηρός),
179. Τσέπη (θυλάκιο)
180. Τσιγκέλι (αρπάγη-σιδερένιο άγκιστρο),
181. Τσιγκούνης (φιλάργυρος)
182. Τσιμπούκι (καπνοσύριγγα),
183. Τσιράκι (ακόλουθος),
184. Τσίσα (ούρα)
185. Τσίφτης (άψογος-ικανός) **αυτό είναι μάλλον λάθος, διότι ο τσίφτης πρέπει να πρόερχεται από τα αλβανικά· αντικαταστήστε το με το «τσιφλίκι»
186. Τσιφούτης (φιλάργυρος),
187. Τσομπάνης (βοσκός-ποιμένας)
188. Τσουβάλι (σακί),
189. Τσουλούφι (δέσμη μαλλιών),
190. Τσογλάνι (νέος)
191. Τσοπάνης (βοσκός) Υπάρχει και πιο πάνω, ας βάλω στη θέσητου το τσουρέκι να μη χαλάσει η αρίθμηση
192. Φαράσι (φτυάρι-σκουπιδολόγος),
193. Φαρσί (τέλεια-άπταιστα),
194. Φιντάνι (φυτώριο),
195. Φιστίκι (πιστάκη),
196. Φιτίλι (θρυαλλίδα),
197. Φλιτζάνι (κύπελλο),
198. Φουκαράς (κακομοίρης-άθλιος),
199. Φουντούκι (λεπτοκάρυο-λεφτόκαρο),
200. Φραντζόλα (ψωμί),
201. Χαβάς (μουσικός σκοπός)
202. Χαβούζα (δεξαμενή νερού),
203. Χάζι (ευχαρίστηση),
204. Χαλαλίζω (συγχωρώ),
205. Χάλι (άθλιο),
206. Χαλί (τάπητας),
207. Χαλκάς (κρίκος),
208. Χαμάλης (αχθοφόρος)
209. Χαμπάρια (αγγελία-νέα),
210. Χάνι (πανδοχείο),
211. Χάπι (καταπότι),
212. Χαράμι (άδικα),
213. Χαρμάνης (χασισοπότης),
214. Χαρτζιλίκι (μικρό χρηματικό ποσό),
215. Χασάπικο (κρεοπωλείο),
216. Χατίρι (χάρη),
217. Χαφιές (καταδότης),
218. Χουζούρεμα (ανάπαυση),
219. Χούι (ιδιοτροπία),
220. Χουνέρι (πάθημα-εξαπάτηση)

H προσφορά των «Νέων»

Το Σάββατο με ΤΑ ΝΕΑ, «Τα επώνυμα των Ελλήνων και οι τουρκικές ρίζες τους»

Τα επώνυμα των Ελλήνων και οι τουρκικές ρίζες τους

Αϊβάζης: ο άνδρας υπηρέτης

Βαλαβάνης: αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι

Βούρος: ο παλμός, το παλμικό χτύπημα

Γαρμπής: ο δυτικός άνεμος

Γιαδικιάρογλου: ο ταραχοποιός άνθρωπος

Ζαΐμης: ο κάτοχος γης, ο φεουδάρχης, ο φοροεισπράκτορας

Καραβάνας: η κατσαρόλα, το συσσίτιο

Κουγιουμτζής: ο χρυσοχόος, ο έμπορος χρυσαφικών

Κουμανταρέας: ο αρχηγός, ο διοικητής

Χατζής: ο προσκυνητής στη Μέκκα, στην ιερή πολή του Ισλάμ

Περισσότερα από 12.000 επώνυμα που προέρχονται από την τουρκική γλώσσα.

Η ερμηνεία και οι ρίζες τους που κρατούν από το Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία.

Μία μοναδική έκδοση, στην οποία σε 5.500 λήματα εξηγούνται περισσότερα από 12.000 επώνυμα που προέρχονται από την τουρκική γλώσσα και οι ρίζες τους κρατούν από το Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία. Στο Βυζάντιο τα επώνυμα εμφανίζονται τον 7ο αι. μ.Χ. Πηγή προέλευσης των ελληνικών επωνύμων κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι κάποια χαρακτηριστικά του κατόχου τους, και συγκεκριμένα: οι σωματικές αρετές ή οι ατέλειές του, κάποιο αξίωμα ή το επάγγελμά του, ο τρόπος καταγωγής του. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, εμφανίζονται τα πατρωνυμικά ή μητρωνυμικά επώνυμα. Νεότερα είναι τα επώνυμα που δηλώνουν ζώα, φυτά, πετρώματα ή αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Τα ελληνικά επώνυμα τουρκικής προέλευσης εμφανίζονται πολύ πριν την Αλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και ακολουθούν τα χαρακτηριστικά των βυζαντινών επωνύμων, με μεγαλύτερη έμφαση στα περιπαικτικά επώνυμα, που προκύπτουν από παρατσούκλια.