Έμειναν στα χαρτιά. Για ορισμένες ταινίες άναψε το «λαμπάκι» της ακρίβειας, ενώ άλλες δεν ολοκληρώθηκαν λόγω ακατάλληλου περιεχομένου. Απώλεια για τους σινεφίλ η μη υλοποίηση του πιο καταιγιστικού – ίσως- θρίλερ του Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο μετέωρος «Ναπολέοντας» του Κιούμπρικ, αλλά και το ανεκπλήρωτο εγχείρημα του Όρσον Γουέλς.

Ο βραβευμένος αμερικανός σκηνοθέτης, Στάνλεϊ Κιούμπρικ , άρχισε να καταπιάνεται τη δεκαετία του ’60 με τον «Ναπολέοντα», που, όμως, ποτέ δεν «πάλεψε» στις κινηματογραφικές αίθουσες. Παρόλο που τηρούσε τις προδιαγραφές «έπεσε» στο κενό και η απώλεια για τους σινεφίλ ήταν αισθητή. Ο σκηνοθέτης ερευνούσε για χρόνια τον γάλλο αυτοκράτορα και σκόπευε να βγάλει την αυτοβιογραφική ταινία αμέσως μετά την βραβευμένη με όσκαρ «Οδύσσεια του διαστήματος». Ο Κιούμπρικ επεδίωκε να «αναστήσει» τον Ναπολέοντα μέσα από τον Όσκαρ Βέρνερ και τη σύζυγό του μέσα από την Όντρεϊ Χέπμπορν, αλλά η Metro-Goldwyn-Mayer ακύρωσε τη δουλειά λόγω κόστους.

Το 2013, ωστόσο, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ πρότεινε σε γαλλικό κανάλι να ζωντανέψει τον «Ναπολέοντα» μέσω μίνι σειράς, ενώ σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες φήμες ο Σπίλμπεργκ θα έδινε τη «σκυτάλη» της σκηνοθεσίας της ταινίας στον Μπαζ Λούρμαν.

Μια ταινία ανανέωσε την κινηματογραφική του ματιά. Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ αφού παρακολούθησε την πρωτοποριακή δουλειά του βραβευμένου ιταλού σκηνοθέτη, Μικελάντζελο Αντονιόνι, «Blow-Up» το 1966, άρχισε να «φλερτάρει» με την πρόκληση. Σχεδίαζε ένα εναλλακτικά πρωτοποριακό εγχείρημα, εν ονόματι «Καλειδοσκόπιο», που θα περιελάμβανε γυμνό, βία και ομοφυλοφιλία. Η ταινία θα περιστρεφόταν γύρω από τρεις κατά συρροή δολοφόνους. Παρόλο που ο Χίτσκοκ θα ξόδευε κάτω από ένα εκατομμύριο δολάρια για την ταινία, η παραγωγή MCA/Universal «έριξε» πόρτα στην ιδέα λόγω των έντονων απεικονίσεων βίας. Η μεταφορά του σεναρίου αυτού σε ταινία θα συνέθετε ίσως το πιο καταιγιστικό θρίλερ του Χίτσκοκ. Ωστόσο, «άρωμα» Καλειδοσκοπίου είχε η ταινία του Χίτσκοκ «Frenzy».

Αφού ολοκλήρωσε το «Once Upon a Time in America» (1984), ο ιταλός σκηνοθέτης, μετρ του γουέστερν, Σέρτζιο Λεόνε, σκόπευε να καταπιαστεί με μια πολεμική ταινία. Κινητήριος μοχλός το βιβλίο του Χάρισον Σάλισμπερι, «Οι 900 μέρες: Πολιορκία του Λένινγκραντ» για το ανατολικό μέτωπο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. H ταινία θα περιστρεφόταν γύρω από την πορεία ενός αμερικανού φωτογράφου, που θα ενσάρκωνε ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Ο Λεόνε, που έτρεφε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιορκία του ανατολικού μετώπου από τη ναζιστική Γερμανία, εξασφάλισε 100 εκατομμύρια δολάρια για την ταινία «Λένιγκραντ: Οι 900 μέρες» και συνεργασία με την τότε σοβιετική κυβέρνηση. Η ιδέα του, όμως, έμεινε στα χαρτιά εξαιτίας της μοιραίας καρδιακής προσβολής το 1989.

Στο κενό έπεσε και το σχεδιαζόμενο εγχείρημα του θεμελιωτή του ιταλικού νεορεαλισμού, Λουκίνο Βισκόντι, «In Search of Lost Time». Ο ιταλός σκηνοθέτης έχοντας εντρυφήσει στις μεγάλου μήκους ταινίες, επιχείρησε να δημιουργήσει ξανά έναν κινηματογραφικό «μαραθώνιο». Σκόπευε να μεταφέρει το επτά τόμων μυθιστόρημα του Προυστ σε ταινία τεσσάρων ωρών. Μετά από χρόνια έρευνας σε Παρίσι και Νορμανδία, η ιδέα ναυάγησε. Το ποσό που χρειαζόταν για την υλοποίηση του εγχειρήματος ήταν απλησίαστο.

Μετά τις επικές «Ημέρες Ευτυχίας» που ανέβασαν τον πήχη για τον αμερικανό Τέρενς Μάλικ, ο σκηνοθέτης αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή, μετακόμισε στο Παρίσι και φλέρταρε με ποικίλα πρότζεκτ κατά τη δεκαετία του ’80. Το «The Moviegoer», μυθιστόρημα του Γουόκερ Πέρσι, εστιάζει στη ζωή ενός αποξενωμένου από την οικογένεια άντρα που η καθημερινότητά του είναι ταινίες και βιβλία. Η ταινία μπορεί να μην βγήκε ποτέ στο φως, το θέμα όμως του βιβλίου αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τις ταινίες «Το δέντρο της ζωής» (2011) και «Μέχρι το θαύμα» (2013).

Απραγματοποίητο και το «Heart of Darkness», το μυθιστόρημα του πολωνού συγγραφέα, Τζόζεφ Κόνραντ, που επέλεξε να σκηνοθετήσει ο Όρσον Γουέλς. Μετά την επιτυχία του επεισοδίου «War of the Worlds» της σειράς «The Mercury Theatre on the Air», που σημείωσε μεγάλη επιτυχία σε ραδιόφωνο και θέατρο, ο σκηνοθετικός δρόμος άνοιξε για τον Όρσον Γουέλς. Του είχε επιτραπεί να σκηνοθετήσει δύο ταινίες με προσχεδιασμένο τελικό μοντάζ, και η εταιρεία παραγωγής δεν θα επενέβαινε στην οπτική του όσο δεν ξέφευγε από τα κοστολογικά «πλαίσια». Ο Γουέλς θα είχε τον ρόλο του αφηγητή στην ταινία, αλλά το κοινό δεν θα τον έβλεπε. Το εγχείρημα, όμως, απεδείχθη δαπανηρό και μπήκε στο «ντουλάπι» της απραξίας.

Όχι μόνο το «Heart of Darkness», αλλά και ο Δον Κιχώτης είδε «μαύρο». Ένα από τα «αγκάθια» που συνάντησε στην καριέρα του ο Όρσον Γουέλς ήταν ο Δον Κιχώτης, με τον οποίο ξεκίνησε να ασχολείται στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Παρόλο που είχε την οικονομική υποστήριξη φίλων του, όπως του Φρανκ Σινάτρα (25.000 δολάρια), δεν κατάφερε ποτέ να εξασφαλίσει τα απαραίτητα χρήματα για να ολοκληρώσει τον «ομηρικό» Δον Κιχώτη. Ωστόσο, το φιλμάκι που βγήκε υπέστη επεξεργασία μετά τον θάνατο του Γουέλς, και κατά διαστήματα προβαλλόταν σε φεστιβάλ.

Κινούμενος στις θερβαντικές επιταγές, ο αμερικανός σκηνοθέτης Τέρι Γκίλιαμ αποφάσισε να σκηνοθετήσει την ταινία «The Man Who Killed Don Quixote». Το «φρένο» στην ολοκλήρωση πάτησε η εξασθενημένη υγεία του γάλλου ηθοποιού Ζαν Ροσφορ, που θα υποδυόταν τον Δον Κιχώτη, ενώ ο Τζόνι Ντεπ θα είχε τον ρόλο ενός διευθυντή μάρκετινγκ που ταξιδεύει πίσω στην εποχή του Δον Κιχώτη . Το φιλμάκι, όμως, που γυρίστηκε αποτέλεσε μέρος του ντοκιμαντέρ «Lost in La Mancha».

Ο Γκίλιαμ προσπάθησε να ξαναστήσει τον Δον Κιχώτη το 2010 με τον Ρόμπερτ Ντουβάλ, αλλά δεν τα κατάφερε. Ωστόσο, απτόητος ο Γκίλιαμ έχει πει πως θα επιχειρούσει να «ξαναπιάσει» τον Δον Κιχώτη το 2014, αλλά «οικοδομώντας» ένα διαφορετικό σενάριο.

Μετά την επιτυχία της σουρεαλιστικής ταινίας τρόμου «Eraserhead» (1977), ο Ντέιβιντ Λιντς αποφάσισε να σκηνοθετήσει το «Ronnie Rocket», ένα σενάριο που ο ίδιος είχε γράψει. Η υπόθεση αφορούσε έναν ντετέκτιβ που ταξιδεύει σε άλλο πλανήτη και γνωρίζει έναν τρία μέτρα ύψους έφηβο που πρέπει να είναι συνδεδεμένος με πηγή ηλεκτρικής ενέργειας και τελικά γίνεται ροκ σταρ. Όσο πρωτότυπο και εάν ακούγεται το σενάριο δεν είναι εμπορικό, πράγμα με το οποίο συμφώνησε ο Ντέιβιντ Λιντς.

Ο Σεργκέι Αϊζενστάιν, ρώσος σκηνοθέτης που διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στο χώρο του μοντάζ, αλλά και στον τότε σοβιετικό και παγκόσμιο κινηματογράφο ξεκίνησε να ταξιδεύει στα τέλη της δεκαετίας του ’20 σε Ευρώπη και ΗΠΑ, καθώς θεωρήθηκε σεσημασμένος από την τότε κυβέρνηση του Στάλιν. Δεν άργησε, όμως, να γνωρίσει τον χολιγουντιανό κόσμο. Η αμερικανική εταιρεία παραγωγής ταινιών Paramount Pictures ξεχώρισε τις ταινίες του και τον Απρίλιο του ’30 του έδωσε 100.000 δολάρια για να σκηνοθετήσει μια ταινία βασιζόμενος στο μυθιστόρημα του Θίοντορ Ντρέιζερ, «An American Tragedy». Έξι μήνες αργότερα ο Αϊζενστάιν έγραψε το σενάριο, αλλά ο τότε επικεφαλής της Paramount Pictures το βρήκε τόσο καταθλιπτικό, που τερμάτισε τη συνεργασία του με τον Αϊζενστάιν.

Ελισάβετ Σταμοπούλου