Μετά τη Λουτσία: η ενδοσχολική βία πάει σινεμά!
Απώλεια. Βουβός πόνος. Εφηβεία. Σκληρότητα. Ενδοσχολική βία. Τι γίνεται όταν δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να θρηνήσει για μια μεγάλη απώλεια; Πόσο σκληρός μπορεί κανείς να γίνει με τον εαυτό του, πνίγοντας τον πόνο, προκειμένου να προστατεύσει κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο; Είναι δυνατόν ένα παιδί στην εφηβεία, να είναι τόσο σκληρό, ώστε να γίνει ο […]
Πόσο σκληρός μπορεί κανείς να γίνει με τον εαυτό του, πνίγοντας τον πόνο, προκειμένου να προστατεύσει κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο;
Είναι δυνατόν ένα παιδί στην εφηβεία, να είναι τόσο σκληρό, ώστε να γίνει ο βασανιστής κάποιου άλλου; Ή να «κρύβει» τόσο καλά από τους γονείς του την καθημερινότητα-κόλαση που βιώνει στο σχολείο από τους συμμαθητές του; Πώς γίνεται οι καθηγητές που έρχονται καθημερινά σε επαφή με τα παιδιά, να μην παίρνουν μυρωδιά για όλα αυτά, ενώ τα πράγματα έχουν ήδη φθάσει στο απροχώρητο;
Μια γερή γροθιά στο στομάχι είναι η δεύτερη μόλις ταινία του Μεξικανού Μισέλ Φράνκο, «Μετά τη Λουτσία». Παρακολουθώντας την, καταλαβαίνεις ότι τα παιδιά, μπορεί να γίνουν οι πιο σκληροί άνθρωποι και ότι συχνά η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας παιδιών και γονέων είναι εγκληματική. Διαφορετικά η οικογένεια της ιστορίας δεν θα έφτανε στο έσχατο σημείο, με κορύφωση τη βουβή ένταση του τελευταίου, μακρού πλάνου.
Αν είστε γονείς, η ταινία σοκάρει. Αν δεν είστε, λέτε δόξα τω Θεώ και εύχεστε να μην σας τύχει κάτι ανάλογο. Σε κάθε περίπτωση, το «Μετά τη Λουτσία» είναι μια ταινία που προβληματίζει, πονάει, βάζει τον θεατή να συμπάσχει πλάι στη βασανισμένη έφηβη του σεναρίου. Χρειάζεται υπομονή και μια ματιά αποστασιοποιημένη για να παρακολουθήσει και να καταλάβει ο θεατής αυτή την κραυγή απελπισίας για μια κοινωνία που έχει γεννήσει και συντηρεί την ενδοσχολική βία, την αδιαφορία για τον διπλανό, το σαδισμό ανάμεσα σε μαθητές, στις σχολικές κοινότητες.
Όσο κι αν υποφέρουμε ως θεατές, μας υπενθυμίζει αυτή η ταινία κάτι πολύ σημαντικό. Ότι δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια στα προβλήματα και ιδιαίτερα στο πρόβλημα της ενδοσχολικής βίας, που ξεκινά από την οικογένεια, περνά στα σχολεία κι έπειτα συνεχίζεται στην κοινωνία.
Γιατί οι βασανιστές σαδιστές έφηβοι της ταινίας, είναι το αύριο της κοινωνίας, κι αυτό το αύριο είναι άρρωστο και χρήζει άμεσης θεραπείας, με όποιο τίμημα.
Τα μακράς διάρκειας πλάνα του Μισέλ Φράνκο επιτείνουν ακριβώς αυτό το σιωπηλό μαρτύριο των ηρώων και είναι σοφά διανεμημένα στη διάρκεια του φιλμ, από το οποίο απουσιάζουν παντελώς οι κραυγές, ο θρήνος, η αντίδραση. Συναίσθημα, δεν «βγαίνει» καν στα πρόσωπα των ηθοποιών. Η ένταση είναι σιωπηλή και μια εξωλεκτική επικοινωνία κραυγάζει υπόγεια, καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. Η σιωπή κατατρώει τους πρωταγωνιστές βασανιστικά και αργά, σαν το σαράκι.
Οπλιστείτε λοιπόν με υπομονή για να δείτε την ταινία που καταδεικνύει ένα πρόβλημα, το οποίο μοιάζει αρρωστημένο και μακρινό ίσως από την ελληνική κοινωνία. Αν όμως ψάξετε λίγο και διαβάστε σχετικές μελέτες, θα δείτε ότι βρίσκεται πιο κοντά από ότι πιστεύουμε…
Τζένη Παπαγεωργίου
- Στην Κομισιόν φέρνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία την τροπολογία Φλωρίδη για τις δίκες-εξπρές πολιτικών
- Ηράκλειο: Στο μικροσκόπιο ο θάνατος προέδρου κοινότητας – Ανθρωποκτονία «βλέπει» ο ιατροδικαστής
- Αποθεώθηκε ο Άλεκ Πίτερς για το «καυτό» ξεκίνημα στον ημιτελικό (vid)
- Ο Τζον Κλιζ και το βρετανικό χιούμορ των Monty Python για ένα βράδυ στην Αθήνα
- Καλως ήρθατε στην εποχή των misfluencers: Όταν η παραπληροφόρηση γίνεται viral
- Επίδομα αδείας: Πώς υπολογίζεται και πότε το παίρνουν οι εργαζόμενοι
Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
«Στα έξι G πρέπει να γρυλίζεις» -Τα παρασκήνια της ταινίας Top Gun 40 χρόνια μετά
Όλα ξεκίνησαν το 1983, όταν ο παραγωγός Τζέρι Μπρουκχάιμερ ξεφύλλιζε το τεύχος Μαΐου του περιοδικού California. «Top Gun» έγραφε ο τίτλος, με μια μεγάλη φωτογραφία από το εσωτερικό ενός F-14.
Φαμπιάν Γκοντέ - Η ταινία «Αυτόματος Τηλεφωνητής», η Ελλάδα και η καλοσύνη
«Σκέφτηκα ότι το ξηρό χιούμορ της ταινίας μου θα ταίριαζε ίσως με το είδος του χιούμορ που συνδέω με την ελληνική κουλτούρα» λέει στο in η Φαμπιάν Γκοντέ.
