Με την ταινία «Στενά Περιθώρια«(Man on a Legde), ο Άσγκερ Λεθ πραγματοποιεί το κινηματογραφικό του ντεμπούτο. Δείτε στο παρακάτω video τις συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών Εντ Χάρις, Τζέιμι Μπελ, Ελίζαμπεθ Μπανκς αποκλειστικά από το in.gr.
Ένας άγνωστος, καλοντυμένος άντρας με κουστούμι βγαίνει από το μετρό της Ν. Υόρκης και κατευθύνεται στο πολυτελές ξενοδοχείο Roosevelt, στο κέντρο του Μανχάταν. Κλείνει μια σουίτα κι αφού παραγγείλει ένα εκλεκτό γεύμα με αστακό και σαμπάνια, γράφει ένα σημείωμα κι αμέσως μετά βγαίνει στο περβάζι του 20ού ορόφου, απειλώντας να πέσει στο κενό αν δε μιλήσει με μια συγκεκριμένη αστυνομικό μεσολαβήτρια. Ο Νικ Κάσιντι (Σαμ Ουόρθινγκτον), πρώην αστυνομικός και νυν κατάδικος, είναι απελπισμένος κι έτοιμος να φτάσει στα άκρα.

Να σημειώσουμε ότι ο πρωταγωνιστής Σαμ Ουόρθινγκτον, πάσχει από..ακροφοβία και όπως υποστηρίζει, είναι ένας από τους κυριους λόγους που δέχτηκε αμέσως να παίξει στην ταινία!

Στην αρχή οι συντελεστές προβληματίζονταν από το γεγονός, αφού δεν ήξεραν αν θα κατάφερνε ν’ ανέβει στο περβάζι των 5 εκατοστών, στα 60 μέτρα πάνω από το έδαφος, και να ερμηνεύσει το ρόλο. Τελικά όμως η επιμονή και ο επαγγελματισμός του ηθοποιού λειτούργησαν στην εντέλεια, αφού αυτή η «αδυναμία» βοήθησε στο ν’ αποδώσει το ρόλο με την ένταση που χρειαζόταν.

«Η ιδέα ενός ανθρώπου σ’ ένα τόσο στενό περιθώριο όσο ένα περβάζι, σε συνεπαίρνει. Θα πηδήξει ή όχι; Πολλοί βετεράνοι αστυνομικοί με τους οποίους μιλήσαμε όσο γραφόταν το σενάριο, λένε ότι γενικά ο κόσμος που μαζεύεται κάτω από το κτίριο και παρακολουθεί τον υποψήφιο αυτόχειρα, είναι διαιρεμένος 50/50: οι μισοί υποστηρίζουν πως θα αυτοκτονήσει, οι άλλοι μισοί πως θα κάνει πίσω. Μπορεί ν’ ακούγεται αρρωστημένο, αλλά μάλλον αυτή είναι η ανθρώπινη φύση» λέει ο παραγωγός της ταινίας Λορέντζο ντι Μποναβεντούρα.

Πίσω στην ιστορία μας. Μερικούς μήνες πριν ο Νικ Κάσιντι, ένας νεαρός αστυνομικός ιρλανδικής καταγωγής και λαϊκής τάξης, καταδικάζεται για ένα έγκλημα για το οποίο επιμένει πως είναι αθώος: ενώ είχε αναλάβει τη μεταφορά ενός σπάνιου και πανάκριβου διαμαντιού, του Monarch Diamond, ο πολύτιμος λίθος γίνεται στόχος ληστείας και ο Κάσιντι κατηγορείται ως υπεύθυνος από τον ιδιοκτήτη, τον πλούσιο επιχειρηματία Ντέιβιντ Ενγκλάντερ (Εντ Χάρις). Ο Ενγκλάντερ είναι ο κλασικός καρχαρίας του νεϋορκέζικου επιχειρηματικού κόσμου, του οποίου η αγαπημένη ρήση είναι «Αν κάποιος σου πάρει κάτι, εσύ του παίρνεις περισσότερα, γιατί αυτή είναι η Αμερική».

Μετά από μια θεαματική απόδραση, κι αφού καταφέρνει να τραβήξει την προσοχή του κόσμου από τον 20ό όροφο του ξενοδοχείου, ο Κάσιντι ζητάει να συνομιλήσει με τη μεσολαβήτρια Λίντια Μέρσερ (Ελίζαμπεθ Μπανκς) – μια αμφιλεγόμενη παρουσία στους κύκλους της, όχι μόνο γιατί είναι γυναίκα, αλλά κι επειδή έχει πρόσφατα αποτύχει με κάποιον άλλο αστυνομικό που τελικά αυτοκτόνησε. Κατά κάποιο τρόπο αυτοί οι δύο χαρακτήρες έχουν ομοιότητες, παρ’ όλο που εκείνος προέρχεται από την εργατική τάξη ενώ εκείνη μοιάζει να έχει αστική καταγωγή: και οι δύο έχουν εξοστρακιστεί από τον επαγγελματικό χώρο τους, εκείνος για κάτι που δεν έκανε, εκείνη για κάτι που δεν μπορούσε να ελέγξει. Και οι δύο ψάχνουν τη λύτρωση για κάτι που πήγε πολύ στραβά, κι ο Κάσιντι φαίνεται διατεθειμένος να τινάξει τα πάντα στον αέρα προκειμένου να αποδείξει την αθωότητά του.

Οι κινήσεις του όμως είναι οι σπασμωδικές κινήσεις ενός απονενοημένου ανθρώπου ή στην πραγματικότητα είναι όλα καλά σκηνοθετημένα, κομμάτια ενός παζλ που όταν ενωθούν θα αποκαλύψουν κάποια από τα πιο καλά κρυμμένα μυστικά και συμφέροντα της Ν. Υόρκης; Πέρα από τη βοήθεια της Μέρσερ, ο Κάσιντι θα δεχτεί την αρωγή του τολμηρού μικρότερου αδελφού του (Τζέιμι Μπελ), καθώς και του εγωιστή αλλά κατά βάθος καλόκαρδου συναδέλφου Ντόχερτι (Έντουαρντ Μπερνς).

Ο σκηνοθέτης Άσγκερ Λεθ πραγματοποιεί εδώ το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, έχοντας προηγουμένως ασχοληθεί με το ντοκιμαντέρ. Ο παραγωγός Μαρκ Βαραντιάν εξηγεί την επιλογή.

«Ο Άσγκερ έφερε αυτό που λέμε τη σημασία στη λεπτομέρεια, χαρακτηριστικό κάθε καλού σκηνοθέτη ντοκιμαντέρ. Πρέπει να έχεις την ικανότητα να διαλέξεις ποιο στοιχείο είναι πραγματικά σημαντικό κι ενδιαφέρον, για να μπορέσεις να κινηθείς σωστά μέσα σ’ ένα τεράστιο υλικό πληροφοριών. Επίσης δε φοβάται το ρίσκο, ανέλαβε χωρίς δισταγμό την περάτωση μιας απαιτητικής ταινίας όπως αυτή, με πολλές τεχνικές και πρακτικές δυσκολίες (σ.σ. όπως τους γερανούς και τα μηχανήματα που έφταναν τους 20 σχεδόν τόνους, ή τα αυξημένα μέτρα προστασίας για την ασφάλεια του συνεργείου). Και φυσικά μπόρεσε να περάσει στο στιλ του, που είναι αυτό της αλήθειας μέσα από την εικόνα, όπως έκανε με τα ντοκιμαντέρ του».

Για τα γυρίσματα χρησιμοποιήθηκαν και δύο αληθινοί, μυθικοί χώροι: οι φυλακές Sing Sing και το ξενοδοχείο The Roosevelt Hotel, γνωστό και ως «Η Μεγάλη Κυρία της Λεωφόρου Μάντισον», χτισμένο το 1924 και επιλεγένου ειδικά ώστε να αποπνέει την αίσθηση της κλασικής Νέας Υόρκης, ένα απομεινάρι της λεγόμενης Χρυσής Εποχής.