Σε ασταθή ανοδική τροχιά κινείται εφέτος η παραγωγή χημικών προϊόντων, που είχε μειωθεί κατά 12,3% το 2009. Η ελαφρά άνοδος αφορά κυρίως τα λιπάσματα και ορισμένα άλλα προϊόντα, όπως είναι οι ρητίνες, που διατίθενται πλέον σε ολοένα και αυξανόμενο βαθμό στη διεθνή αγορά.

Οι μεταβολές που σημειώνονται στην παραγωγή της ελληνικής χημικής βιομηχανίας αντανακλούν αφενός τη μείωση της εγχώριας ζήτησης για τα προϊόντα του κλάδου από την πλευρά των λοιπών βιομηχανικών κλάδων και του κατασκευαστικού τομέα και, αφετέρου, την αυξανόμενη εξωστρέφεια του κλάδου.

Επί συνόλου 22 κατηγοριών προϊόντων του κλάδου, όπως αυτές προσδιορίζονται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή, άνοδο του όγκου παραγωγής την περίοδο Ιανουαρίου – Αυγούστου 2010, σε σύγκριση με την ίδια χρονική περίοδο του 2009, παρουσιάζουν οι μισές (11), σε αντίθεση με τις άλλες μισές, που εμφανίζουν πτώση.

Δεδομένου ότι η αύξηση αφορά μερικούς από τους βασικότερους υποκλάδους, η συνολική παραγωγή χημικών προϊόντων στη χώρα μας το οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου 2010 ήταν αυξημένη, σε σύγκριση με το ίδιο οκτάμηνο του 2009, κατά 0,9%, σε επίπεδα, ωστόσο, τα οποία είναι κατώτερα από τα αντίστοιχα του έτους 2005 κατά 13,5%. Την ίδια περίοδο του 2009 είχε καταγραφεί μείωση της τάξεως του 16%, σε σχέση με το 2008.

Η ανοδική πορεία της παραγωγής του κλάδου κατά το τρέχον έτος παρουσίασε σημαντική επιβράδυνση το τρίμηνο Μαϊου-Ιουλίου, δεδομένου ότι κατά το πρώτο τετράμηνο η παραγωγή ήταν αυξημένη κατά 3,2% σε ετήσια βάση. Τον Αύγουστο, όμως, επανήλθε σε σαφή ανοδική πορεία, καθώς η παραγωγή αυξήθηκε κατά 3,4%, σε σχέση με τον ίδιο μήνα του 2009, δηλαδή με ρυθμό πολλαπλάσιο του μέσου όρου της περιόδου Ιανουαρίου-Αυγούστου (0,9%).

Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, που έχει στη διάθεσή του το ΑΠΕ-ΜΠΕ, κατά την εξεταζόμενη περίοδο Ιανουαρίου – Αυγούστου 2010 αυξήθηκε η παραγωγή συνθετικών οργανικών χρωστικών υλών και των παρασκευασμάτων που βασίζονται σε αυτές κατά 9,8%, άκυκλων υδρογονανθράκων κατά 30,25%, νιτρικού οξέος, σουλφονιτρικών οξέων και αμμωνίας κατά 47,2%, αζωτούχων λιπασμάτων, ορυκτών ή χημικών κατά 14,8%, λοιπών λιπασμάτων κατά 30,95%, πολυμερών του στυρολίου σε πρωτογενείς μορφές κατά 2,7%, ρητινών και πολυεστέρων σε πρωτογενείς μορφές κατά 241,9%, εντομοκτόνων κατά 12,5%, μυκητοκτόνων κατά 0,8%, αρωμάτων και συναφών παρασκευασμάτων καλλωπισμού κατά 0,9% και κολλητικών ουσιών κατά 29,5%.

Συγχρόνως, όμως, μειώθηκε η παραγωγή υδρογόνου, αζώτου, οξυγόνου και άλλων σπάνιων αερίων κατά 3,65%, διοξειδίου του άνθρακα κατά 16,4%, οξειδίων και υδροξειδίων χρωμίου, μαγγανίου, μολύβδου και χαλκού κατά 5,9%, αιθυλικής αλκοόλης κατά 20,2%, πολυμερών του χλωριούχου βινυλίου ή άλλων αλογονομένων ολεφινών σε πρωτογενείς μορφές κατά 23,2%, πολυμερών του προπυλενίου ή άλλων ολεφινών σε πρωτογενείς μορφές κατά 3,4%, ζιζανιοκτόνων κατά 29,1%, χρωμάτων και βερνικιών με βάση ακρυλικά πολυμερή ή πολυμερή του βινυλίου σε υδατώδες μέσο κατά 1,4%, χρωμάτων και βερνικιών με βάση πολυεστέρες, ακρυλικά πολυμερή ή πολυμερή του βινυλίου σε μη υδατώδες μέσο κατά 8,1%, απορρυπαντικών και προϊόντων πλύσης κατά 2,2% και λοιπών χημικών προϊόντων κατά 4,7%.

Σημειωτέον, η παραγωγή του κλάδου των χημικών αντιστοιχεί κατά την ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα με έρευνα που είχε διεξαχθεί το 2005, στο 5,3% της συνολικής παραγωγής της ελληνικής μεταποιητικής βιομηχανίας.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ