Δημήτρης Παπαδημούλης, βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ στη Β’ Περιφέρεια Αθηνών

Το κυβερνητικό νομοσχέδιο είναι σαφώς κατώτερο από τις προσδοκίες που η ίδια η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ καλλιέργησε γι’ αυτό. Είχε υποσχεθεί μία τομή φορολογικής δικαιοσύνης και εξυγίανσης, με στόχο την πάταξη της φοροδιαφυγής και τον δραστικό περιορισμό της παραοικονομίας. Αντί γι’ αυτό, το νομοσχέδιο παρά τις επιμέρους θετικές διατάξεις που εμπεριέχει, θα οδηγήσει σε υπερφορολόγηση αυτών που ήδη πληρώνουν φόρους και κυρίως των μισθωτών και των συνταξιούχων.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι την εποχή των παχιών αγελάδων δεν έγινε η αναγκαία φορολογική μεταρρύθμιση και τώρα η κυβέρνηση προσπαθεί να μαζέψει έσοδα με μια οικονομία σε ύφεση. Το δεύτερο είναι ότι για να συλλάβεις στην Ελλάδα την παραοικονομία και την φοροδιαφυγή που έχει παράδοση δεκαετιών, χρειάζεται να φτιάξεις όχι μόνο πιο δρακόντειους νόμους, αλλά και μηχανισμούς ελέγχου και τήρησης των νόμων. Και το τρίτο θέμα είναι ότι δεν μπορείς να πείσεις τον καθένα να δώσει κάτι παραπάνω, ακόμη και αυτόν που φοροδιαφεύγει, αν δεν έχεις το καθημερινό παράδειγμα της χρηστής διαχείρισης του δημόσιου χρήματος και της φορολογικής δικαιοσύνης. Η ίδια η κυβέρνηση προεκλογικά υποσχόταν ότι θα χρηματοδοτήσει το κοινωνικό της πρόσωπο από τις ανείσπρακτες οφειλές των 31 δισ. ευρώ, και τώρα όταν ρωτάμε πόσα από αυτά προβλέπεται να μαζέψει, απάντηση δεν παίρνουμε. Το δε πρόγραμμα σταθερότητας προβλέπει για το 2010 έσοδα από τον περιορισμό της φοροδιαφυγής μόνο 1,2 δισ. ευρώ και οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης θεωρούν τον στόχο αισιόδοξο, και ας υπολείπεται προκλητικά από το ύψος της φοροδιαφυγής από ΦΠΑ που είναι ετησίως 6,5 δισ. ευρώ.

Ποια είναι τα «μελανά» σημεία του; Κυρίως ποιους κινδύνους και αδικίες περικλείει για τα μεσαία και χαμηλά εισοδηματικά στρώματα;

Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι των μεσαίων εισοδημάτων θα πληρώσουν περισσότερους φόρους μέσω της ένταξης των επιδομάτων στην ενιαία φορολογική κλίμακα -χωρίς όμως να εντάσσονται και στον βασικό μισθό όπως θα έπρεπε-, μέσω της μη τιμαριθμοποίησης του αφορολόγητου και των φορολογικών κλιμακίων και μέσω της δραστικής περικοπής κρίσιμων φοροαπαλλαγών, όπως η κατά 50% περικοπή της απαλλαγής για τους τόκους από την πρώτη κατοικία.

Ένας επίσης βασικός μηχανισμός που θα οδηγήσει σε επιπλέον φορολόγηση μισθωτών και συνταξιούχων είναι ότι χρειάζονται πολλές αποδείξεις για να χτίσει κανείς το αφορολόγητό, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο κυρίως για τα χαμηλά και μεσαία στρώματα, καθώς από τις αποδείξεις που αξιολογούνται εξαιρούνται κρίσιμες δαπάνες, που αποτελούν σημαντικό ποσοστό των μηνιαίων, όπως είναι οι αποδείξεις για οργανισμούς κοινής ωφέλειας, κινητής τηλεφωνίας, κλπ.

Τελικά «στριμώχνει» και αυστηροποιεί το πλαίσιο για τους έχοντες και κατέχοντες, πχ μέσω των τεκμηρίων, όπως είχε δεσμευτεί η κυβέρνηση ότι θα κάνει; Είναι αποτελεσματικό ως προς την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής;

Καταρχάς, σε μία χώρα που βασιλεύει η φοροδιαφυγή και η παραοικονομία, δεν είμαστε αντίθετοι επί της αρχής με τον θεσμό των τεκμηρίων. Όμως το μεγάλο πρόβλημα με το φορολογικό μας σύστημα δεν είναι οι νόμοι, αλλά η ανεπάρκεια, ο κομματισμός, ο αναχρονισμός και τα μεγάλα φαινόμενα διαφθοράς στον ελεγκτικό και στον φοροεισπρακτικό μηχανισμό. Και επ’ αυτού μέχρι τώρα δεν έχουμε δει τίποτα, δεν έχουμε δει καμία ουσιαστική τομή, παρά μόνο αόριστες υποσχέσεις. Το νομοσχέδιο δεν έχει ουσιαστικά μέτρα προς αυτήν την κατεύθυνση. Υποσχέθηκε πολλά, αλλά περιορίστηκε σε δειλά και ανεπαρκή βήματα, τα οποία και αυτά θα κριθούν εκ του αποτελέσματος. Θα αναφέρω ένα χαρακτηριστικό κατά την άποψη μου παράδειγμα. Σύμφωνα με το κυβερνητικό νομοσχέδιο οι εφοπλιστές δεν πληρώνουν τίποτα. Αντίθετα, για τους αξιωματικούς και τα κατώτερα κλιμάκια προσωπικού προβλέπεται σημαντική επιβάρυνση φόρου. Αυτό είναι ένταση της αδικίας και όχι τομή για τη δίκαιη κατανομή των βαρών.

Και το γνωστό επιχείρημα για τις μεγάλες φορολογικές απαλλαγές και τους χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές για τα κέρδη και τις προσόδους, ότι έτσι θα τονωθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, θα υπάρξουν κέρδη και επομένως απασχόληση, πλέον δεν πείθει. Η εμπειρία των τελευταίων χρόνων αποδεικνύει ότι αυτό το επιχείρημα κατέρρευσε. Στις σκανδιναβικές χώρες η κλίμακα των φυσικών προσώπων φτάνει μέχρι το 55%-60% και η κλίμακα των επιχειρήσεων είναι πολύ υψηλότερη από την ελληνική και παρ’ όλα αυτά η Φινλανδία είναι στην κορυφή της παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας.

Πάντως ο ΣΕΒ έθεσε το ζήτημα φυγής των επιχειρήσεων…

Πιστεύω ότι όποιος διατυπώνει απειλές θα έπρεπε να συνειδητοποιήσει ότι εκπροσωπεί μια επιχειρηματικότητα, η οποία σε μεγάλο βαθμό είναι κρατικοδίαιτη. Και δεν στηρίζεται στον υγιή ανταγωνισμό, αλλά σε εκτεταμένες πρακτικές καρτέλ. Και επίσης, ο ΣΕΒ θα έπρεπε να εντοπίσει και κάτι ακόμη, το οποίο βέβαια πρωτίστως περιμένω να το κάνει η κυβέρνηση, ότι δεν υπάρχουν μηχανισμοί κυρώσεων γι’ αυτούς οι οποίοι δεν επενδύουν τα κέρδη που έχουν βάλει στα αποθεματικά τους. Εάν διαθέταμε σοβαρούς μηχανισμούς θα αποκαλύπτονταν ότι σημαντικά κεφάλαια φορολογήθηκαν με χαμηλό συντελεστή, επειδή υποτίθεται ότι επρόκειτο να επανεπενδυθούν, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ.

Κατηγορία που δέχθηκε η κυβέρνηση είναι ότι το νομοσχέδιο «στραγγαλίζει την οικονομία» παγώνοντας την αγορά και δεν δημιουργεί καμία προοπτική ανάπτυξης. Ποια είναι η άποψη σας;

Ο στραγγαλισμός της οικονομίας θα προκύψει εάν επιβαρυνθούν περαιτέρω αυτοί που ήδη πληρώνουν φόρους, δηλαδή μισθωτοί, συνταξιούχοι και συνεπείς φορολογούμενοι, που είναι από φυσικά πρόσωπα, μέχρι ορισμένες επιχειρήσεις, η μειοψηφία των επιχειρήσεων. Η διστακτικότητά μου να σας πω ναι στην υιοθέτηση αυτής της κριτικής, είναι ότι καμιά φορά οι τις μεγάλες αντιδράσεις για τον κίνδυνο για την οικονομία προέρχονται από τους πρωταθλητές των φοροφυγάδων. Και εγώ δεν θέλω να ταυτιστώ με όσους ζητούν την διαιώνιση της φορολογικής ασυλίας και της φοροδιαφυγής. Αντιθέτως, πιστεύω ότι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής βοηθά την οικονομία, γιατί καταργεί ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των φοροφυγάδων, έναντι των επιχειρήσεων που είναι συνεπείς.

Ποιες ρυθμίσεις θα έπρεπε κατά την γνώμη σας να περιλαμβάνει ένα φορολογικό νομοσχέδιο, ώστε να προωθεί την ανάπτυξη;

Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση καλείται να νοικοκυρέψει τα δημόσια οικονομικά και να αυξήσει τα έσοδα του κράτους σε μια στιγμή που η οικονομία έχει βυθιστεί ήδη στην ύφεση, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει από στασιμοπληθωρισμό. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να αντλήσει έσοδα από αυτούς που μέχρι σήμερα δεν πλήρωναν, από την άλλη Ελλάδα της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας. Γιατί αυτοί που έχουν και πληρώνουν φόρους, από τον μισθωτό και τον συνταξιούχο μέχρι τον συνεπή επιχειρηματία -υπάρχει ως μειοψηφικό είδος και αυτό- έχουν εξαντλήσει την φοροδοτική τους ικανότητα. Επομένως η σύλληψη της φοροδιαφυγής και η αλλαγή των νομοθετικών ρυθμίσεων για τα υψηλά εισοδηματικά κλιμάκια δεν επιβάλλεται μόνο για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά και για λόγους καθαρά οικονομικούς.

Για να επιτευχθεί βεβαίως αυτό χρειάζεται ασφαλώς χρόνο, σωστές και δίκαιες φορολογικές διατάξεις, άλλα και έναν μηχανισμό ο οποίος θα επιβάλλει αυστηρές κυρώσεις στους παραβάτες του νόμου.

Θα σας πω ένα πρόσφατο παράδειγμα. Έφερα στη Βουλή με επίκαιρη ερώτησή μου πριν από τρεις εβδομάδες την περίπτωση αυτή του γνωστού μπαρ Namos της Μυκόνου, που διοργάνωσε μια μεγάλη συναυλία, με πανάκριβο εισιτήριο, αλλά δεν έκοψε αποδείξεις. Αρχικά του καταλογίστηκε πρόστιμο 2 εκατ. ευρώ, αλλά στη συνέχεια με διάφορες διαδικασίες νομότυπες, το πρόστιμο μετετράπη από τη ΔΟΥ Μυκόνου σε 13 χιλιάδες ευρώ και δεν έχει εισπραχθεί ακόμη. Όταν ρώτησα, μήνες μετά, τον κ. Παπακωνσταντίνου στη Βουλή πώς έγιναν αυτά τα πράγματα και γενικά τι γίνεται με τα πρόστιμα για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, μου είπε ότι δυστυχώς η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων, δεν έχει τη δυνατότητα σύμφωνα με τη νομοθεσία να επιβάλει πρόστιμα, αλλά μόνο να εισηγείται. Επίσης τα πρόστιμα για τέτοιες μεγάλες περιπτώσεις φοροδιαφυγής είναι τόσο χαμηλά, ώστε τελικά να συμφέρει αυτούς του επιχειρηματίες.

Για να υπάρξει αποτέλεσμα πρέπει με γρήγορες και νόμιμες διαδικασίες οι παραβάτες του νόμου και οι συνεργοί τους να «κρέμονται στο κατάρτι», είτε αυτό συνεπάγεται απόλυση του εφοριακού, είτε διαδικασίες αποτελεσματικές που να μην οδηγούν την υπόθεση στο αρχείο μετά από χρόνια ερευνών, είτε λουκέτο σε αυτόν που επανειλημμένα έχει τέτοιες συμπεριφορές.

Το πρόβλημα δηλαδή έγκειται και στην ελαστικότητα και ανεπάρκεια των νόμων σε ότι αφορά την τιμωρία και το ύψος των ποινών, αλλά και στα φαινόμενα υψηλής πολιτικής προστασίας. Ο φοροελεγκτικός μας μηχανισμός πάσχει όχι μόνο από αναχρονισμό και χαμηλή τεχνολογία, αλλά και από έντονα στοιχεία κομματισμού και διαφθοράς, αφού αυτά πηγαίνουν χέρι-χέρι.

Δριμεία κριτική δέχθηκε η κυβέρνηση για καθυστέρηση στην κατάθεσή του αλλά και σειρά αλλαγών που προκαλούν -αν μη τι άλλο- σύγχυση στους πολίτες και στην αγορά. Από την πλευρά της η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μια σοβαρή μεταρρύθμιση του φορολογικού, σαφώς απαιτεί χρόνο, ενώ εμφανίζει την υιοθέτηση αλλαγών ως απόδειξη ότι ακούει την κοινωνία και τις επαγγελματικές ομάδες. Τι απαντάτε σε αυτό;

Περίμενα ότι μετά από έξι σχεδόν μήνες ότι το νομοσχέδιο θα είναι πιο μελετημένο και επεξεργασμένο. Οι ενστάσεις των φορέων που ήρθαν στη Βουλή, αλλά και οι αλλαγές της τελευταίας στιγμής δείχνουν προχειρότητα στην προετοιμασία και ότι η κυβέρνηση ήρθε στα πράγματα χωρίς ένα σαφές σχέδιο για το τι θέλει να κάνει.

Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όλα τα κόμματα, και κυρίως αυτά που διεκδικούν την κυβέρνηση, έχουν από πριν τις εκλογές διατυπώσει τους βασικούς άξονες των επιδιώξεών τους και στη συνέχει γίνεται οργανωμένος κοινωνικός και πολιτικός διάλογος. Στην περίπτωσή μας αυτό δεν έγινε. Μην ξεχνάμε ότι πριν από αυτό το νομοσχέδιο, ψηφίστηκαν με διαδικασίες εξπρές βασικά μέτρα φορολογικής πολιτικής (αύξηση έμμεσων φόρων: αύξηση ΦΠΑ, φορολογίας στα καύσιμα, ΕΦΚ σε τσιγάρα και ποτά), που προσβλέπουν σε αύξηση εσόδων μόνο για το 2010 2,5 δισ. ευρώ, με το κατεπείγον νομοσχέδιο της 3ης Μαρτίου. Εκεί δεν έγινε φυσικά ο παραμικρός διάλογος…

Ποιες αλλαγές θα προτείνετε ως αναγκαίες στην συζήτηση του φορολογικού;

Από την πρώτη στιγμή ζητήσαμε αλλαγές στο καθεστώς των τεκμηρίων, αυστηρότερα τεκμήρια πολυτελούς κατανάλωσης (για πισίνες, ιδιωτικά ακριβά σχολεία, σκάφη αναψυχής, κλπ.) και χαμηλότερα τεκμήρια για τα μικρομεσαία Ι.Χ., για κατοικίες σε λαϊκές περιοχές, κλπ. Κρίσιμο επίσης θέμα είναι ότι διατηρούνται παράλογες αδικίες στον τομέα του πόθεν έσχες και της φορολογίας δωρεών. Αν κανείς δωρίσει στο παιδί του μετρητά για να ξεκινήσει την επαγγελματική του ζωή θα φορολογηθεί με συντελεστή 10%. Αν του δωρίσει όμως 1 εκατ. μετοχές τραπεζικές, υψηλής αξίας, δεν θα πληρώσει σχεδόν τίποτα.

Εμείς ζητάμε το κριτήριο της δικαιοσύνης που υπάρχει και υπόσχεται το πνεύμα του νομοσχεδίου να το βρίσκει κανείς και στα άρθρα. Όταν ήρθε ο εκπρόσωπος της Ιεράς Συνόδου στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων τον ρώτησα αν του φαίνεται δίκαιο και λογικό αν δωρίσει κάποιος ένα διαμέρισμα στο παιδί του να πληρώνει φόρο της τάξης του 5% και του 10%, ενώ αν το δωρίσει στον τοπικό μητροπολίτη να πληρώνει φόρο 10 ή 20 φορές λιγότερο, όπως προβλέπεται με την κυβερνητική υπαναχώρηση, και αν αυτό ευνοεί τον θεσμό της οικογένειας τον οποίο κατά τα άλλα ωθεί η εκκλησία. Ακόμη …περιμένω την απάντηση.

Η γενική μας θέση πριν μπούμε στην περιπτωσιολογία είναι περισσότερα φορολογικά έσοδα για το δημόσιο, γιατί είναι 5% του ΑΕΠ κάτω από το μέσο όρο της ευρωζώνης, που σημαίνει 12,5 δισ. ευρώ ετησίως λιγότερα, λιγότεροι φόροι για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, γιατί υπερφορολογούνται έναντι των αντιστοίχων συναδέλφων τους στην ευρωζώνη και φόροι από όλους ανάλογα με την δύναμή τους. Και εκεί υπάρχει το μεγάλο πρόβλημα. Τα τελευταία στοιχεία λένε ότι οι έμμεσοι φόροι, που είναι οι πιο άδικοι φόροι, είναι 66%, οι φόροι για μισθωτούς και συνταξιούχους είναι 17%, οι φόροι που εισπράττονται από τις ΑΕ είναι 10%, 900 χιλιάδες περίπου μικρομεσαίες επιχειρήσεις πληρώνουν σε άμεσους φόρους μόνο 4% και 700 χιλιάδες επαγγελματίες πληρώνουν φόρους μόνον 3%. Και αυτό οδηγεί στο να έχουμε έσοδα από άμεσους φόρους σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του 2008, 7,7% του ΑΕΠ όταν ο μέσος όρος στην ευρωζώνη είναι περίπου 13%. Δηλαδή η διαφορά μας σε άμεσους φόρους έναντι του μέσου όρου της ευρωζώνης είναι μεγαλύτερη από όσο η μείωση του ελλείμματος που στοχεύει για το 2010 η κυβέρνηση.

Εμείς έχουμε πει ότι κάθε μέτρο είτε φορολογικό, είτε διοικητικό, που οδηγεί στον περιορισμό της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας και στο να καταστήσει το φορολογικό σύστημα δικαιότερο και να χαλαρώσει τη θηλιά στον συνταξιούχο και στον συνεπή φορολογούμενο, όχι μόνο θα το στηρίξουμε αλλά και θα προσπαθήσουμε να το διευρύνουμε. Στο σύνολό του το νομοσχέδιο θα το καταψηφίσουμε, γιατί δεν είναι η τομή δικαιοσύνης και εξυγίανσης που υποσχέθηκε η κυβέρνηση και έχει ανάγκη ο τόπος. Ωστόσο, επιμέρους διατάξεις που εμείς διεκδικούμε εδώ και χρόνια θα τις στηρίξουμε και θα προσπαθήσουμε και στην Ολομέλεια της Βουλής να τις κάνουμε όσο το δυνατόν πιο θετικές.

Αργυρώ Π. Τσατσούλη

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ