Το dancehall γεννήθηκε στο Κίνγκστον, την πρωτεύουσα της Τζαμάικα, τη δεκαετία του 1950.
Ήταν ένα πολιτιστικό και κοινωνικό ρεύμα με έκφραση στη μουσική, τη μόδα, την τέχνη, τη μουσική τεχνολογία αλλά και το κοινωνικό περιθώριο (ναρκωτικά, συμμορίες).
Στη μουσική του διάσταση το dancehall σταδιακά χαλάρωσε τους δεσμούς του με τη «βαρύθυμη» τζαμαϊκανή παράδοση (δηλαδή με το στιλ που είναι γνωστό ως «roots») και στράφηκε προς ένα προφίλ περισσότερο προσανατολισμένο στη διασκέδαση, με έντονες επιρροές από το αμερικανικό rock της δεκαετίας του 1960.
Γνώρισε το απόγειο της δημοτικότητάς του στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η δημιουργικότητα των μουσικών και η ενέργεια των ηχογραφήσεων μετέτρεψαν το νησί της Καραϊβικής σε ένα πανίσχυρο μουσικό εργαστήρι, από το οποίο νέες φωνητικές τεχνικές και dj στιλ διαδόθηκαν σε όλο τον κόσμο, και έπαιξαν καίριο ρόλο στην ανάπτυξη σκηνών όπως εκείνη του hip hop στις ΗΠΑ.
Η διπλή συλλογή της δισκογραφικής Soul Jazz ανθολογεί 33 από τους σημαντικότερους σταθμούς στην εξέλιξη του ιδιώματος –με τις υπογραφές συνόλων και καλλιτεχνών όπως οι Yellowman, Gregory Isaacs, Conroy Smith, Chaka Demus & Pliers, Jacob Miller & Trinity, Lady Ann, Eek A Mouse, Sister Nancy, Early B κ.ά.–, συνοδεία πλούσιου φωτογραφικού και πληροφοριακού υλικού για όλα τα τραγούδια.

Γκαλερί Φωτογραφιών