106

Οι αδυναμίες και τα πάγια διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας και η αδυναμία προσέγγισης των στόχων της Λισαβόνας καταγράφονται στους δείκτες παρακολούθησης της Στρατηγικής της Λισαβόνας, που εξετάζει η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.

Στην Ολομέλειά της που συνήλθε το προηγούμενο διάστημα προκειμένου να εγκριθεί η Γνώμη Πρωτοβουλίας με θέμα «Δείκτες Παρακολούθησης του Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων 2008-2010» υπογραμμίζεται ότι οι τελευταίες μετρήσεις έδειξαν συνεχή υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Το υψηλό επίπεδο των επενδύσεων των προηγούμενων χρόνων δεν μπόρεσε να αξιοποιηθεί επαρκώς για τη βελτίωση της παραγωγικότητας της οικονομίας και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το διαρκώς διογκούμενο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου.

Επιπλέον, το ποσοστό του πληθυσμού, το οποίο βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας, παραμένει σταθερό και οι επιδοματικές πολιτικές δεν βελτίωσαν τα επίπεδα της φτώχειας, ενώ η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών παρέμενε επισφαλής, σύμφωνα με την ΟΚΕ. Το δημόσιο έλλειμμα είχε σχεδόν υπερτριπλασιαστεί σε σχέση με το στόχο του προϋπολογισμού του 2008.

«Η φοροεισπρακτική πολιτική της τότε κυβέρνησης με τη συνεχή επιβολή νέων φόρων, και μάλιστα για προηγούμενες περιόδους, κάθε άλλο αποδείχθηκε ικανή να μειώσει το έλλειμμα. Σίγουρα, θα ήταν προτιμότερο, η κυβέρνηση να είχε προσανατολισθεί στην ουσιαστική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής» ανέφερε η επιτροπή.

Επιπλεόν, η ΟΚΕ υποστηρίζει πως «παρά το ότι βρισκόμασταν στο δεύτερο χρόνο υλοποίησης του Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων και παρά τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξακολουθούσε να παρατηρείται σημαντική υστέρηση στον τομέα της έρευνας και της καινοτομίας. Το σημαντικότερο ζήτημα δε, είναι ότι δεν είχε προχωρήσει η θέσπιση και υλοποίηση μιας πολιτικής Εθνικών Ερευνητικών Προγραμμάτων, ώστε τα Ευρωπαϊκά Ανταγωνιστικά Προγράμματα να πάψουν να αποτελούν τη μοναδική πηγή χρηματοδότησης της έρευνας».

Αναφορικά με το κομμάτι της ενέργειας διαπιστώθηκε ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό συμμετοχής των ΑΠΕ στο σύνολο της καταναλισκόμενης ενέργειας. «Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε» αναφέρει η Επιτροπή, «ότι ο εθνικός στόχος είναι να φθάσει η χώρα μας στο 20,3% μέχρι το 2010 και στο 29% μέχρι το 2020, αναφορικά με το ποσοστό συμμετοχής των Α.Π.Ε. στην ακαθάριστη κατανάλωση ενέργειας στη χώρα μας. Ο στόχος αυτός, με βάση τα στοιχεία του 2006, καθώς δεν είναι διαθέσιμα νεώτερα στοιχεία, κρίνεται υπεραισιόδοξος και φυσικά μη υλοποιήσιμος. Και βέβαια δεν έχουν επιλυθεί ακόμα οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου, που δημιουργούν σημαντικά προβλήματα και καθυστερήσεις και απομακρύνουν κάθε σοβαρό επενδυτή». 

«Καμία πρόοδος δεν διαπιστώθηκε στην απασχόληση» συνεχίζει η ΟΚΕ, «ενώ η ανεργία και λόγω της κρίσης αυξήθηκε σημαντικά. Όχι μόνο με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, αλλά και αυτά των προηγούμενων χρόνων, ήταν εμφανής η αδυναμία της χώρας μας για προσέγγιση των στόχων της Λισαβόνας όσον αφορά τη συνολική απασχόληση. Τα στοιχεία της ΕΣΥΕ δείχνουν μείωση της συνολικής απασχόλησης για πρώτη φορά μετά το 2000, καθώς και μείωση της πλήρους και αύξηση της προσωρινής απασχόλησης».

Στο πλαίσιο της λειτουργίας του Παρατηρητηρίου Πολιτικών για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, η ΟΚΕ διερευνά και αξιολογεί κάθε Ιούνιο τις εξελίξεις που σημειώνονται στους δείκτες παρακολούθησης της Στρατηγικής της Λισαβόνας.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ-ΜΠΕ