Η ταινία ύμνος για την απελευθέρωση της χώρας από τον Μπατίστα και τη δικτατορία του.
Μια από τις πιο σπάνιες επανεκδόσεις των τελευταίων χρόνων, το χαμένο αριστούργημα του Μιχαήλ Καλατόζοφ σε παραγωγή Φράνσις Φορντ Κόπολα και Μάρτιν Σκορσέζε.
H ταινία προβάλλεται με νέα κόπια από το αυθεντικό και μοναδικό διασωθέν αρνητικό με ρώσικο voice over.
Τέσσερις ιστορίες στην Κούβα του Μπατίστα, στην Κούβα που διψά για επανάσταση. Στην Αβάνα, η Μαρία νιώθει ντροπή όταν ένας άντρας που ενδιαφέρεται γι’ αυτήν, ανακαλύπτει πώς η κοπέλα βγάζει το μεροκάματο.
Ο Πέδρο, ένας γέρος αγρότης, μαθαίνει ότι η γη που καλλιεργεί, πωλείται σε μια εταιρεία.
Ένας φοιτητής αντιμετωπίζει ένα πλήθος Αμερικανών ναυτών και αντικρίζει φίλους του να πυροβολούνται από αστυνομικούς, στην προσπάθειά τους να διανείμουν ένα φυλλάδιο για τον Κάστρο.
Ο πόλεμος «χτυπά την πόρτα» των χωρικών Μαριάνο, Αμέλια και των 4 παιδιών τους, όταν οι δυνάμεις του Μπατίστα βομβαρδίζουν τους λόφους της περιοχής.

Η Παραγωγή στις 25 Νοεμβρίου 1962, οι New York Times δημοσίευσαν ένα ρεπορτάζ του Reuter από την Αβάνα:
«Ο Μιχαήλ Καλατόζοφ, ο σοβιετικός σκηνοθέτης του οποίου η ταινία ‘Όταν Περνούν οι Γερανοί’ είχε διεθνή απήχηση, ξεκινά μια Σοβιετικο-Κουβανική παραγωγή εδώ τον Ιανουάριο…
Το φιλμ θα είναι βασισμένο σε ένα σενάριο του Σοβιετικού ποιητή Γεβγένι Γεβτουσένκο και του Κουβανού ποιητή Ενρίκε Μπάρνετ«.

Η ανακοίνωση αυτή ήρθε σε λιγότερο από ένα μήνα αφού ο κόσμος είχε φτάσει στα πρόθυρα πυρηνικής σύγκρουσης με την κρίση των Κουβανικών πυραύλων. Παρόλο που η πυραυλική ανα-μέτρηση ήταν μια νίκη για τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπήρχε ακόμη διεθνώς αισιοδοξία και ελπίδα για το μέλλον της Κούβας. Το καθεστώς του Κάστρο διέθετε τεράστιους πόρους για σχολεία και νοσοκομεία και οι Κουβανοί παρέμεναν αφοσιωμένοι στον χαρισματικό ηγέτη τους και στα ιδανικά του.

Τόσο η εξέγερση στην Κούβα όσο και η επανάσταση στη Ρωσία το 1917 που την ενέπνευσε, υποκινήθηκαν από άντρες (τον Κάστρο και τον Λένιν), οι οποίοι πίστευαν στην επαναστατική δύναμη των ταινιών να επιμορφώνουν και να εμπνέουν τους πολίτες. Και οι δύο υποστήριξαν ταινίες που ξεπερνούσαν την απλή προπαγάνδα.

Επηρεασμένος από τον Σοβιετικό σκηνοθέτη Σεργκέι Αϊζενστάιν, ο Μιχαήλ Καλατόζοφ ήθελε να κάνει το δικό του «Θωρηκτό Ποτέμκιν» για τους ανθρώπους της Κούβας.
Όπως το φιλμ του Αϊζενστάιν ήταν φόρος τιμής στη νίκη των Ρώσων από τους τσάρους, έτσι και το «Είμαι η Κούβα» θα εξυμνούσε την απελευθέρωση της χώρας από τον Μπατίστα και τη δικτατορία του, που υποκινείτο από τις ΗΠΑ.
Ο Καλατόζοφ ήθελε να δημιουργήσει μια νέα κινηματογραφική γλώσσα για να εκφράσει τις πολιτικές πεποιθήσεις του. Ο στόχος των συντελεστών δεν ήταν να αναδείξουν τον κάθε Κουβανό πολίτη (π.χ. στην ταινία, ο Φιντέλ Κάστρο αναφέρεται απλά, χωρίς να εμφανίζεται ποτέ), αλλά να δείξουν την «ιστορική αναγκαιότητα» της αποκοπής των πολιτών από την κυβέρνηση του Μπα-τίστα.
Έτσι, αποφάσισαν να χωρίσουν το σενάριο σε πέντε ενότητες:
1) Η αποικιοκρατία και οι επιδράσεις της στην πόλη
2) Η τραγωδία των αγροτών
3) Οι αφορμές για τον αγώνα των εργατών και των φοιτητών
4) Οι αγώνες στους κάμπους
5) Οι αγώνες στα βουνά και ο τελικός θρίαμβος Αυτή η ταξινόμηση αποτέλεσε τη βάση για το τελικό σενάριο, αν και η τέταρτη ενότητα δεν συμπεριλήφθηκε τελικά.