28

Αρνητικοί σε νέα πακέτα στήριξης της οικονομίας εμφανίστηκαν οι 27 Ευρωπαίοι ηγέτες στη Σύνοδο Κορυφής στις Βρυξέλλες, σημειώνοντας ότι τώρα είναι η ώρα για τη βελτίωση της εποπτείας του χρηματοοικονομικού συστήματος, καθώς και της διατήρησης των ανοικτών αγορών.

Αντί να ξοδεύουν τα ίδια δισεκατομμύρια για την έξοδο από την κρίση, τα ευρωπαϊκά κράτη φαίνεται να προτιμούν την οδό της κάλυψης των κενών εκείνων στο χρηματοοικονομικό σύστημα που προκάλεσαν την κρίση και ακόμη δημιουργούν συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας στις αγορές.

Αυτό ενδεχομένως να σημαίνει αγορές τοξικών περιουσιακών στοιχείων από τις τράπεζες. Κυρίως όμως σημαίνει την εισαγωγή νέων κανόνων παιχνιδιού στο τραπεζικό σύστημα που θα επαναφέρουν το πολυτιμότερο αγαθό για τη λειτουργία του, την εμπιστοσύνη.

Επίσης, αντί για ενισχύσεις ή φοροελαφρύνσεις προς τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, προκειμένου να τους ενθαρρύνουν να ξοδέψουν και να επενδύσεις, οι Ευρωπαίοι δείχνουν πλέον προς την κατεύθυνση της προστασίας των κανόνων του ελεύθερου εμπορίου και την αποφυγή του προστατευτισμού.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες έδειξαν επίσης απρόθυμοι να ακολουθήσουν τις τολμηρές κινήσεις τις αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, με τις μειώσεις επιτοκίων σε σχεδόν μηδενικό επίπεδο και την εξαγορά χρεών ύψους ενός τρισεκατομμυρίου. Στην Ευρώπη, πιστεύουν, ελλοχεύει ο κίνδυνος έκρηξης του πληθωρισμού και διόγκωσης του δημόσιου χρέους.

Τα ήδη υπάρχοντας πακέτα στήριξης «θα χρειαστούν χρόνο για να κάνουν εμφανή τα θετικά τους αποτελέσματα και να περάσουν στην πραγματική οικονομία».

Αυτό, ευελπιστούν, όταν γίνει, θα σημάνει νέες επενδύσεις, άνοδο της ζήτησης και δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης. Η προσέγγιση αυτή, ωστόσο, έρχεται σε αντίθεση με τα αιτήματα των εργατικών συνδικάτων, που απαιτούν «δράση τώρα».

Το κείμενο συμπερασμάτων

Στο κείμενο των τελικών συμπερασμάτων της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ, που ολοκληρώθηκε στις Βρυξέλλες, αναφέρεται μεταξύ άλλων:

«Η πρόοδος που έχει επιτευχθεί στην εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Σχεδίου για την ανάκαμψη της οικονομίας, που εγκρίθηκε τον προηγούμενο Δεκέμβριο, χαρακτηρίζεται ικανοποιητική. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι θα απαιτηθεί κάποιος χρόνος για να γίνουν αισθητές οι θετικές επιπτώσεις στην οικονομία».

Υπογραμμίζεται, επίσης, ότι «το μέγεθος της δημοσιονομικής προσπάθειας ύψους 400 δισ. ευρώ που αναλογεί στο 3,3% του ΑΕΠ των «27» θα δημιουργήσει νέες επενδύσεις, θα τονώσει τη ζήτηση, θα δημιουργήσει απασχόληση και θα βοηθήσει την ΕΕ να προχωρήσει προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα».

Σύμφωνα με τους «27», η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και της εύρυθμης λειτουργίας της χρηματοπιστωτικής αγοράς είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την έξοδο από την τρέχουσα οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση.

Για το λόγο αυτό, καλούν το Συμβούλιο Υπουργών και την Ευρωβουλή να καταλήξουν ταχέως σε συμφωνία για τις νομοθετικές πράξεις, που αφορούν οργανισμούς αξιολόγησης πιστωληπτικής ικανότητας, για τη φερεγγυότητα των ασφαλιστικών εταιρειών, τις κεφαλαιακές απαιτήσεις των τραπεζών και τις διασυνοριακές πληρωμές και το ηλεκτρονικό χρήμα, ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοσή τους πριν από τις ευρωεκλογές.

Σε ό,τι αφορά τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας και την απασχόληση, στο κείμενο των συμπερασμάτων επισημαίνεται ότι «οι προσπάθειες αυτές θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά έγκαιρο, στοχοθετημένο και προσωρινό τρόπο τηρώντας, όμως, μια σειρά από αρχές, όπως η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, η εξασφάλιση αμεροληψίας έναντι προϊόντων και υπηρεσιών από άλλα κράτη μέλη και η εξασφάλιση της συνοχής με τους μακροπρόθεσμους μεταρρυθμιστικούς στόχους».

Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ακόμη ότι «η συνέχιση της υλοποίησης των συμφωνηθέντων μέτρων ανάκαμψης έχει ζωτική σημασία, τόσο σε εθνικό, όσο και σε κοινοτικό επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο υπουργών καλούνται να αξιολογούν και να παρακολουθούν τα λαμβανόμενα μέτρα και να υποβάλουν σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου».

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της Συνόδου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επιβεβαιώνει εκ νέου τη σταθερή προσήλωση του σε υγιή δημόσια οικονομικά και στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

«Τα κράτη μέλη πρέπει να επανέλθουν στους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους το συντομότερο δυνατό, συμβαδίζοντας με την οικονομική ανάπτυξη και σύμφωνα με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, επιστρέφοντας με αυτόν τον τρόπο, σε θέσεις που συνάδουν με τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών», επισημαίνεται στο κείμενο συμπερασμάτων .

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ