Εμπνευσμένοι από τους Sex Pistols, ο κιθαρίστας Bernard Albrecht (μετέπειτα άλλαξε το όνομά του σε Sumner) και ο μπασίστας Peter Hook, σχημάτισαν το πανκ γκρουπ Warsaw μαζί με τον τραγουδιστή Ian Curtis και τον ντράμερ Steven Morris στο Μάντσεστερ το 1977. Η ηλικία όλων των μελών ήταν τότε γύρω στα 20. Την επόμενη χρονιά άλλαξαν το όνομά τους σε Joy Division και με αυτό υπέγραψαν στη Factory, μια τοπική δισκογραφική εταιρεία που διηύθυνε ο Tony Wilson, δημοσιογράφος της τηλεόρασης. Η Factory επέτρεπε στο γκρουπ να κάνει ό,τι ήθελε, όποτε και όπως ήθελε. Οι Joy Division υπήρξαν ένα γνήσια επαναστατικό γκρουπ κι ενώ πολλοί από τους συγχρόνους τους απλά πρόσθεσαν μια, δυο μακριές καμπαρντίνες στην γκαρνταρόμπα τους, η μουσική η δική τους υπήρξε ριζικά διαφορετική: γοτθικής αυστηρότητας, αιχμηρή, απογυμνωμένη από κάθε ίχνος συναισθηματισμού κι ωστόσο εξωκοσμικά υποβλητική, δεν έμοιαζε με οτιδήποτε άλλο είχε ακουστεί ως τότε. Μετά την κυκλοφορία δύο άλμπουμ (Unknown Pleasures, Closer) και την αυτοκτονία του Curtis στις 18 Μαίου 1980, οι υπόλοιποι τρεις συνέχισαν, επιλέγοντας ως νέο τους όνομα το New Order και παίρνοντας την Gillian Gilbert στα κίμπορντς (τα φωνητικά ανέλαβε ο Sumner). Λέει κάπου στην κασέτα αυτή ο Tony Wilson για τον Curtis: «Ήταν ο πιο χαρισματικός τραγουδιστής της γενιάς του. Ο Bono ήταν ο δεύτερος καλύτερος και δείτε πού έφτασε. Αν ζούσε ο Ian θα έκανε το γκρουπ μεγαλύτερο κι απ’ τους Pink Floyd.»
Η μεγάλη, σε διάρκεια, κασέτα που εδώ παρουσιάζουμε, πραγματεύεται την ιστορία της παρέας από τις πρώτες μέρες μέχρι το 1993. Είναι χωρισμένη σε τρία μέρη (περίπου των 45′ το καθένα), προφανώς για διευκόλυνση τηλεοπτικής της μετάδοσης. Η αφήγηση, την οποία αναλαμβάνει μια αισθησιακή, υποβλητική γυναικεία φωνή, ξεκινά με μια σύντομη αναδρομή σε όλη τους την καριέρα. Η βιντεοκασέτα έχει ενότητα χρόνου. Ραχοκοκαλιά της αποτελούν, προφανώς, τα βίντεο των τραγουδιών, εμβόλιμα, στα οποία παρουσιάζονται τα μέλη του γκρουπ σε προσωπικές συνεντεύξεις, αλλού συζητούν μαζεμένοι γύρω από ένα τραπέζι κι αλλού συμμετέχουν σε σκηνές από τηλεοπτικά σόου και κουίζ. Παρελαύνουν επίσης πολλές προσωπικότητες του μουσικού χώρου, κάνοντας σχόλια και δηλώσεις για το γκρουπ. Ανάμεσά τους συναντάμε τους Tony Wilson (ο προαναφερθείς συνιδρυτής της Factory), Jon Savage (φίλος του γκρουπ από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, συγγραφέας της βιογραφίας των Kinks, της ιστορίας των Sex Pistols, καθώς και αυτής του φημισμένου κλαμπ του Μάντσεστερ Hacienda), Neil Tennant (των Pet Shop Boys), Karin Berg (στέλεχος της Warner που επιχείρησε ανεπιτυχώς να πείσει τους Joy Division να υπογράψουν με την εταιρεία στα τέλη των ’70s), Peter Tong (dj του βρετανικού Radio 1 ειδικευμένος στη χορευτική μουσική), Arthur Baker (παραγωγός και remixer από τη Νέα Υόρκη), Quincy Jones (συνθέτης, τρομπετίστας και παραγωγός), John Robbie (μηχανικός ήχου, συνεργάτης των Ice-T και Public Enemy), Peter Saville (συνιδρυτής της Factory, υπεύθυνος για την εικόνα της εταιρείας και δημιουργός των χαρακτηριστικών εξώφυλλων των άλμπουμ του γκρουπ), John Barnes (ποδοσφαιριστής της Λίβερπουλ), Colin Bell (διευθυντικό στέλεχος της London που έγινε η δισκογραφική τους στέγη μετά την κατάρρευση της Factory).
Τα βίντεο των Transmission και Love Will Tear Us Apart είναι από τις πιο δυνατές στιγμές όλης της βιντεοκασέτας, κρατώντας το μύθο στο ύψος που του πρέπει. Στα πρωτόλεια βίντεο των New Order (Ceremony-Temptation) είναι φανερή η αναζήτηση ταυτότητας, με την ερμηνεία του Sumner, χαρακτηριστικά μουδιασμένη και αποπροσανατολισμένη. Το Ceremony (1981) παρουσίασε μια στροφή προς ένα στυλ πιο ηλεκτρονικό, κίνηση η οποία επιβεβαιώθηκε με το Temptation (1982), το οποίο σημείωσε μια μικρή επιτυχία, ενώ το πιο ρυθμικό Blue Monday (1983) μπήκε στα δέκα πρώτα. Έγινε διεθνής επιτυχία από την Πολωνία ως τη Νέα Ζηλανδία και ενέπνευσε ένα από τα καλύτερα «scratch» βίντεο από τους Duvet Brothers. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει επίσης το κλιπ του Bizarre Love Triangle με ειδικά εφέ και γραφικά από κομπιούτερ. Κι άλλα βρετανικά χιτ ακολούθησαν. Το Confusion (1983) είχε φανερές επιρροές από την ιταλική disco και από τους Chic, με τον Arthur Baker που συνυπογράφει τη σύνθεση και την παραγωγή του να δηλώνει: το πάντρεμα της ως τότε δουλειάς των New Order με το νεοϋορκέζικο hip-hop έδωσε έναυσμα στον ήχο των Happy Mondays, των Stereo MCs, του techno κ.λπ.» Επίσης, την ίδια χρονιά βγήκε το Thieves Like Us (από το άλμπουμ Power Corruption and Lies) με το οποίο έγινε πασίδηλη η χορευτική στροφή στον ήχο τους, επιλογή για την οποία ο Peter Tong δηλώνει: «Μπορεί να μας φαίνεται φυσιολογικό τώρα που το έχουν κάνει οι U2, οι Depeche Mode και πολλοί άλλοι, αλλά τότε ήταν πρωτάκουστο». Το Low Life συνέχισε την εξέλιξη του ήχου τους με στιχουργική ευφυΐα και μια πιο μελωδική προσέγγιση αντί για άκαμπτη μετρονομία (στοιχείο που τους έκανε να ξεχωρίζουν από τις παράλληλες disco και techno δράσεις). Το Brotherhood (1986) χρησιμοποίησε ένα εύρος από στιλιστικά κλισέ και αποσπάσματα από Lou Reed, Ennio Morricone και μουσική country, για να υποστηρίξει αινιγματικούς στίχους. Το True Faith (1987) που υπήρξε η μεγαλύτερη επιτυχία τους στη Βρετανία, ανεβαίνοντας παράλληλα και στο αμερικανικό Top-40. To 1988 όμοια καλά πούλησε το remix του Quincy Jones στο Blue Monday. To Technique (1989) πήγε κατευθείαν στο Νο.1, στη Βρετανία και επίσης μπήκε στο αμερικανικό Top-40. Αιφνιδιαστική ήταν η επόμενη ηχογράφηση των New Order, το techno τραγούδι World Ιn Motion (1990) με συμμετοχή στο κλιπ της εθνικής ποδοσφαιρικής ομάδας της Βρετανίας που κι αυτό κατέκτησε την κορυφή του πίνακα επιτυχιών. Το βίντεο του Regret αποτελεί καταγραφή ζωντανής δορυφορικής μετάδοσης από το Λος Άντζελες και την παραλία του… Baywatch (με τα πλάνα να εκμεταλλεύονται πλήρως το πληθωρικό οπτικό υλικό). Ακολουθούν, ζωντανά από το τζαζ φεστιβάλ του Μοντρέ, τα Temptation και Everyone Everywhere. Η μεγάλη περίοδος προετοιμασίας του επόμενου άλμπουμ τους Republic (1993, στην ετικέτα της London, μια βέλτιστη υλοποίηση του συνδυασμού ρυθμικής έντασης και μελωδικής βαρύτητας) αναφέρεται ως ένας από τους λόγους που οδήγησαν τη Factory σε κατάρρευση το 1992. Από τη βιντεοκασέτα με την ιστορία των New Order δεν λείπει κι ένα… διαφημιστικό αναψυκτικού, που γύρισαν στην Αμερική έναντι αδράς αμοιβής και το οποίο είναι βασισμένο στη μουσική του Blue Monday, με νέους στίχους.
Επιπλέον, για τη διαδεδομένη εντύπωση ότι σπάνια δίνουν συνεντεύξεις, λένε εδώ ότι δεν ευσταθεί, απλά στις πρώτες μέρες των New Order τις απέφευγαν για να μην τους βομβαρδίζουν με ερωτήσεις για την αυτοκτονία του Curtis. Πρόκειται μάλιστα, λένε, για την ερώτηση που εμφανίζεται με τη μεγαλύτερη συχνότητα στις συνεντεύξεις που δίνουν, το γιατί δηλαδή αποφεύγουν τις συνεντεύξεις!
Αυτά τα… ουκ ολίγα για την ιστορία ενός από τα πιο σημαντικά σύνολα για τη βρετανική μουσική των 20 τελευταίων χρόνων, που απέδειξε ότι η ποπ μπορεί να σημαίνει πολλά παραπάνω από απλή διασκέδαση και μάλιστα χωρίς καμιά υποχώρηση στο διονυσιακό στοιχείο του χαρακτήρα της.