Σύνδεση με τα προηγούμενα: Με το ντεμπούτο τους «Parachutes» (2000) και κυρίως με το δεύτερο άλμπουμ τους «A Rush Of Blood To The Head» (2002), οι Coldplay εδραίωσαν την παρουσία τους στην εμπροσθοφυλακή της brit-pop της δεκαετίας μας. Η μουσική τους πρόταση ήταν ταυτόχρονα προσβάσιμη και εναλλακτική, ενώ στο πρόσωπο του επικεφαλής τους Chris Martin πρόβαλαν έναν αντι-σταρ ικανό να συγκινήσει τις μάζες. Το «X&Y» (2005) υπήρξε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα «δύσκολου τρίτου άλμπουμ», που επένδυσε στην κιθαριστική pop πολυτελείας, με εστίαση στο μελωδικό περιεχόμενο· πολλοί το βρήκαν κάπως βαρετό.

Σήμερα: Οι Coldplay επιστρέφουν στις πειραματικές παρεκκλίσεις με κύρια στρατηγική επιλογή τους τη συνεργασία με δύο διάσημους παραγωγούς, τον Brian Eno (την υπογραφή του είχαν δύο από τα καλύτερα άλμπουμ των U2, που τόσο θαυμάζουν οι Coldplay, το «The Unforgettable Fire» και το «Joshua Tree») και τον Markus Dravs (Bjork, Arcade Fire). Με τη συνεισφορά τους ο ήχος του τέταρτου άλμπουμ των δημοφιλών Λονδρέζων πλουτίζεται με ποικίλα ηχητικά στρώματα και δοκιμάζει τις δυνάμεις του σε ένα πλατύ ηχητικό φάσμα, από τις μπαλάντες μέχρι το rock-για-στάδια.
Η πλούσια ηχητική επεξεργασία λειτουργεί μεν σε βάρος του μελωδικού προφίλ (το «Viva La Vida» είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα κυκλοφορίας με συνθέσεις που λειτουργούν συνολικά ως άλμπουμ, χωρίς να εντοπίζονται τραγούδια με προδιαγραφές σινγκλ) αλλά ταυτόχρονα πλαταίνει τον ηχητικό καμβά και αφήνει χώρο στη σύνθετη δημιουργική έκφραση. Παράλληλα στους στίχους διακρίνουμε έναν πολιτικό προσανατολισμό που θίγει ζητήματα όπως ο πόλεμος και η θρησκεία.
Το αποτέλεσμα είναι ένα άλμπουμ με ενδιαφέρον που αναδύεται όλο και πιο πολυδιάστατο καθώς οι ακροάσεις επαναλαμβάνονται.
«Είναι ένα ριζοσπαστικό ορόσημο όπως τα «Kid A» και «Amnesiac» των Radiohead ή το «Funeral» των Arcade Fire;», προλαβαίνω το ερώτημα κάποιων. Η απάντηση είναι όχι. Ξαναβάζει όμως τους Coldplay με αξιώσεις στο χάρτη των πρωταγωνιστών της ηλεκτρικής μουσικής των ημερών μας· πρέπει να είναι κανείς υπερβολικά εκλεκτικός ή κακομαθημένος για να πει ότι αυτό είναι λίγο.