43

Αιχμές για «παρεμβατικές διαθέσεις στην εσωτερική λειτουργία της δικαιοσύνης» αφήνει ο πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος Σωτήρης Μπάγιας, με αφορμή την κατάθεση τροπολογίας για τον ορισμό προϊσταμένων εισαγγελιών και δικαστηρίων από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.

«Λέμε στους πολίτες -και ορθό ότι πρέπει να εμπιστεύονται την Δικαιοσύνη. Πώς όμως θα πεισθούν οι πολίτες, όταν ο νομοθέτης δεν θα εμπιστεύεται τους δικαστικούς λειτουργούς; Όταν ο νομοθέτης δεν θα τους θεωρεί ικανούς και ώριμους να αυτοδιοικηθούν. Να εκλέγουν, δηλαδή, οι ίδιοι τους διοικητικούς προϊσταμένους των μεγάλων δικαστηρίων και εισαγγελιών» αναφέρει ο κ. Μπάγιας σε δήλωσή του και συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι η τροπολογία εγείρει «ορισμένα κεφαλαιώδη ερωτήματα», όπως:

«Γιατί αναλαμβάνεται η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία χωρίς να προηγηθεί οποιοσδήποτε διάλογος με τις δικαστικές ενώσεις; Και γιατί τώρα; Γιατί στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, ενάμιση μήνα πριν από τις εκλογές για την ανάδειξη νέων διοικήσεων στα μεγάλα δικαστήρια και εισαγγελίες;».

Καταλήγοντας, ο κ. Μπάγιας διερωτάται: «Δεν δημιουργούνται έτσι εντυπώσεις παρεμβατικών διαθέσεων στην εσωτερική λειτουργία της Δικαιοσύνης;».

Την αντίθεσή του στο περιεχόμενο της τροπολογίας εκφράζει και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών (ΔΣΑ), τονίζοντας ότι «επιδιώκουμε και στοχεύουμε σε μια Δικαιοσύνη πραγματικά ανεξάρτητη, με δικαστές γενναίους, ανεξάρτητους στο φρόνημα που υπακούουν μόνο στους νόμους και στην συνείδησή τους».

Μάλιστα ο ΔΣΑ αναφέρει σε ανακοίνωσή του ότι «η εκτελεστική εξουσία πάντοτε επιδιώκει την ποδηγέτηση της Δικαιοσύνης. Υπάρχουν δικαστές που σπεύδουν να προσφέρουν τις καλές τους υπηρεσίες, ενεργώντας ακόμη και κατά την εικαζόμενη βούληση».

Από την πλευρά του, ο υπουργός Δικαιοσύνης Σωτήρης Χατζηγάκης υποστηρίζει ότι πρόκειται για «μεταρρύθμιση ήπιου χαρακτήρα, η οποία είναι λογική και αναγκαία και ανταποκρίνεται στην ανάγκη να διορθωθεί μια προβληματική κατάσταση».

Σύμφωνα με τον υπουργό, με τη νέα ρύθμιση αυτή «τερματίζεται μια προβληματική κατάσταση στο λεγόμενο αυτοδιοίκητο των μεγάλων δικαστηρίων, το οποίο γνώρισε επί χρόνια έντονες αμφισβητήσεις».

Και τούτο επειδή «δημιουργούσε εξαρτήσεις πολλαπλών συμφερόντων μέσα στους κόλπους των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, κατά την επιλογή των προϊσταμένων».

Τονίζει, επίσης, ότι «η υφιστάμενη προβληματική ρύθμιση για την εκλογή προϊσταμένων -θεσπίστηκε το 1994 για τα Πρωτοδικεία και το 1997 για τις Εισαγγελίες- στην πράξη καταργεί βασικές κατακτήσεις της αυτοτέλειας, της αξιοπιστίας και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, οι οποίες επικρατούσαν επί πολλές δεκαετίες, έως τότε. Επιπλέον, κατήργησαν τις σχετικές διατάξεις του νομοθετήματος του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Φ. Κουβέλη, το 1989, με το οποίο, τα δικαστήρια διευθύνονται από τριμελές συμβούλιο στο οποίο ο Πρόεδρος είναι δικαστής του αμέσως ανώτερου βαθμού, εκλεγόμενος από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου».

Ο κ. Χατζηγάκης σημειώνει πως αποτελεί πάγια επιλογή, στη συντριπτική πλειοψηφία των προηγμένων χωρών, οι προϊστάμενοι να ορίζονται αυτόνομα, από τα θεσμικά όργανα της Δικαιοσύνης. Χαρακτηρίζει, δε, τις ρυθμίσεις του 1994 και του 1997 «οπισθοδρομικές και αντί-μεταρρυθμιστικές», αφού -ενώ θεμελιώδης αρχή στο σύνολο της ελληνικής διοίκησης και των θεσμών της Πολιτείας, ήταν και παραμένει η εκλογή των κατώτερων από τους ανώτερους- «στην Ελλάδα των παλαιών εποχών, θεσπίστηκε το αντίστροφο: η εκλογή δηλαδή των προϊσταμένων να γίνεται από τους υφισταμένους τους, με ψηφοφορίες προτίμησης από τους υφισταμένους για τους προϊσταμένους τους».

Ο υπουργός τονίζει πως «δεν μπορεί να υπάρχουν παράλληλες συνδικαλιστικές διαδικασίες, λειτουργίες και εκπροσωπήσεις -και μάλιστα κατ εξαίρεση στο χώρο της Δικαιοσύνης. Ούτε πρέπει ο πολύ-επίπεδος συνδικαλισμός να αναιρεί και να υποκαθιστά το ρόλο και τις εξουσίες των ίδιων των Δικαστικών Ενώσεων, που είναι το επίσημο συνδικαλιστικό όργανο της Δικαιοσύνης».

Υποστηρίζει, ακόμα, πως η τροποποίηση των διατάξεων του καλούμενου «αυτοδιοίκητου», δεν αναιρεί τον χαρακτήρα του πραγματικού αυτοδιοίκητου της Δικαιοσύνης.

«Η κρίση των προϊσταμένων παραμένει στην αποκλειστική της αρμοδιότητα, και μάλιστα ενός κατεξοχήν θεσμικού της οργάνου, που είναι το 15μελές Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Τα μέλη του Συμβουλίου αυτού, εκλέγονται με τον ύψιστο δημοκρατικό τρόπο: δηλαδή με κλήρωση από το σύνολο των Αρεοπαγιτών. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο για όλες τις προαγωγές, μεταθέσεις και τοποθετήσεις των Δικαστών» συνεχίζει.

Καταλήγοντας, ο υπουργός Δικαιοσύνης υποστηρίζει πως η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση «δεν έχει ουδεμία σχέση με τη συγκυρία και τις όποιες δικαστικές εκκρεμότητες και υποθέσεις» και στοχεύει «στη θωράκιση της ανεξαρτησίας, του κύρους και της αξιοπιστίας των λειτουργών της Δικαιοσύνης».

Σχολιάζοντας την κίνηση αυτή του υπουργού Δικαιοσύνης, ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ Γ.Παπακωνσταντίνου κάνει λόγο για χειραγώγηση της Δικαιοσύνης, καταργώντας στην ουσία το αυτοδιοίκητο στα Δικαστήρια.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ-ΜΠΕ