37

Είναι καιρός τώρα που πρέπει να γράψω τούτο το κείμενο για το Χίλια Εννιακόσια Εξήντα Oκτώ, και δεν μου βγαίνει -το αποφεύγω συνεχώς. Να γράψω, τι; Να περιγράψω τα γεγονότα; Οι φωτογραφίες, οι λεζάντες, τα κείμενα της εποχής, το κείμενο του Χόμπσμπαουμ, που περιλαμβάνει τούτη η έκδοση, υπενθυμίζουν στους μεγαλύτερους αυτά που «έζησαν» και ενημερώνουν τους νεότερους επαρκέστατα για το τι συνέβη. Να καταθέσω τι κατάλαβα για αυτά τα γεγονότα, πώς εντάσσονται στη ροή του χρόνου που οδηγεί στο σήμερα; Αισθάνομαι ότι όλα αυτά έχουν γραφεί και ξαναγραφεί στα πολυσέλιδα αφιερώματα εφημερίδων και περιοδικών που τίμησαν και εφέτος [σσ: το κείμενο είναι γραμένο το 1998] την επέτειο -όπως είχε γίνει και το 78 και το 88, που συμπληρώνονταν «στρογγυλές» δεκαετίες, αλλά και κατά τις ενδιάμεσες πενταετίες των ετών 73, 83, 93. Μάλιστα οι πενταετίες έχουν το πλεονέκτημα να συμπίπτουν με τις δεκαετίες από το Πολυτεχνείο μας και να δίνουν λαβή για αναλυτικότερες συγκρίσεις ανάμεσα στα δικά μας δρώμενα και τα διεθνή – για τα δρώμενα τόσο των φοιτητών όσο και των τανκς στους δρόμους της Αθήνας, της Πράγας, του Παρισιού, τόσων και τόσων πόλεων στον κόσμο.

Θα μπορούσα ίσως να ασχοληθώ με κάποιες, αν όχι εντελώς πρωτότυπες, πάντως ευρηματικές, συγκρίσεις ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα, στην Ελλάδα και στον κόσμο. Με το γεγονός, ας πούμε, πως τότε είχαμε παγκοσμιοποίηση των εξεγέρσεων και σήμερα παγκοσμιοποίηση των χρηματιστηρίων: αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά τις φωτογραφίες του 1973 από το Πολυτεχνείο, θα δει ότι στη δεξιά μαρμάρινη κολόνα που στηρίζει την πύλη του είναι γραμμένη η λέξη «Ταϋλάνδη» -ευθεία αναφορά πως όσα συνέβαιναν εκεί μέσα ήταν μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας, που είχε διαδραματιστεί λίγες ημέρες νωρίτερα σε αυτή την εξωτική χώρα, με πρωταγωνιστές, και εκεί, φοιτητές και συνταγματάρχες. Μου φαίνεται πως (αν εξαιρέσουμε τα ταξίδια γηραιών κυρίων για σεξουαλικό τουρισμό), η μοναδική φορά που ξανασυνδέθηκαν οι τύχες μας με αυτή τη μακρινή χώρα ήταν φέτος [σσ: 1998]- όταν η κατάρρευση της οικονομίας της έφερε και την κατάρρευση του ελληνικού χρηματιστηρίου. Τότε αλληλεπιδρούσαν φοιτητικά κινήματα, σήμερα μετοχές και ομόλογα· τότε έπεφταν χούντες, σήμερα πέφτουν οι τιμές  -ίσως επειδή, ευτυχώς, οι χούντες έχουν λιγοστέψει σε όλο τον κόσμο.

Θα μπορούσε να μελετήσει κάποιος πως αυτός ο διεθνισμός των εξεγέρσεων συναρμοζόταν με τον διεθνισμό του κομμουνιστικού κινήματος, που μπορούσε να κάνει τον πόλεμο του Βιετνάμ παγκόσμιο θέμα -χαρίζοντας τακτικές νίκες στη Σοβιετική Ενωση, οι οποίες την οδηγούσαν όμως στην τελική, ολοκληρωτική, ήττα. Δεν το ξέραμε τότε, αλλά στην πραγματικότητα η επαναστατικότητα του Χίλια Εννιακόσια Εξήντα Οκτώ υπέσκαπτε τον μπολσεβικισμό βαθύτερα από τον καπιταλισμό- ιδεολογικά, βέβαια· αλλά οι ιδέες των μαζών αποτελούν υλική δύναμη είχε παρατηρήσει ο αγαπημένος μας, τότε, Κάρολος Μάρξ.

Θα μπορούσα ίσως να συγκρίνω την άμεση δημοκρατία της εξεγερμένης Σορβόννης και του κατειλημμένου Οντεόν με τη δική μας την ελληνική άμεση δημοκρατία: το 1968 όλες οι αθηναϊκές εφημερίδες δημοσίευαν πρωτοσέλιδα, καθημερινά, ένα-ένα τα άρθρα του Συντάγματος, που είχε ετοιμάσει η χούντα, με δέκα γραμμές κενό χώρο από κάτω, ώστε όποιος ήθελε μπορούσε να γράψει τις παρατηρήσεις του και να τις ταχυδρομήσει στους αρμοδίους και να συμμετάσχει έτσι ενεργά στην κατάρτιση του Καταστατικού Χάρτη της χώρας. Αν θυμάμαι καλά, είχε ανακοινωθεί πως είχαν σταλεί εκατοντάδες χιλιάδες επιστολές που τις έλαβαν σοβαρά υπ όψιν τους οι αρμόδιοι, και έτσι εξηγείται ίσως γιατί τελικώς το Σύνταγμα είχε εγκριθεί με πλειοψηφία περίπου 90%. Βέβαια, η συνήθης αλαζονεία των ιμπεριαλιστικών κέντρων, που συνεχώς περιαυτολογούν, δεν έχει επιτρέψει να γίνει διεθνώς γνωστό τούτο το μοναδικό ελληνικό παράδειγμα άμεσης δημοκρατίας, που μας έφερνε στην πρωτοπορία των κινημάτων της εποχής εκείνης.

Θα μπορούσαν ακόμη να γίνουν συγκρίσεις με αντικείμενο τις ερπύστριες των τανκς της 21ης Απριλίου 1967 στην Αθήνα και της 21ης Αυγούστου 1968 στην Πράγα. Για το ποιες χόρευαν πιο χαριτωμένα, όπως θα έλεγε και ο Γιάννης Ρίτσος· για τον λαό της Πράγας που σκαρφάλωσε πάνω τους την πρώτη ημέρα για να εξαφανιστεί μετά, για τον λαό της Αθήνας που ήταν εξαρχής εξαφανισμένος – για το αν εξηγείται (ή δεν εξηγείται) η διαφορά από το γεγονός ότι στην πρώτη περίπτωση επρόκειτο για ξένα τανκς, ενώ στη δεύτερη για δικά μας. Θα μπορούσαν να γίνουν αναφορές στους παράλληλους βίους των φοιτητών Πάλατς και Γιωργάκη, που δεν είχαν άλλο να αντιτάξουν στη δύναμη των τανκς και στη σιωπή των γονιών τους παρά τα πυρπολημένα από βενζίνη νεανικά κορμιά τους – κατά το παράδειγμα που είχαν δώσει λίγα χρόνια πριν οι βουδιστές μοναχοί του Βιετνάμ, που και αυτοί δεν είχαν ισχυρότερα όπλα να αντιτάξουν στους αμερικανούς πεζοναύτες.

Για τα πολιτιστικά, θα ήταν δυσκολότερες οι συγκρίσεις. Το Χίλια Εννιακόσια Εξήντα Οκτώ, τη χρονιά εκείνη που όλη η υφήλιος ζει πολιτιστικές επαναστάσεις, στη χώρα μας βασιλεύει σιγή νεκροταφείου: ο Θεοδωράκης εκτοπισμένος στη Ζάτουνα, τα τραγούδια του μόνο ψιθυριστά τραγουδιούνται· ο Χατζιδάκις αυτοεξόριστος στη Νέα Υόρκη· η Μελίνα ηγείται διαδηλώσεων σε όλο τον κόσμο· οι «Εποχές» και η «Επιθεώρηση Τέχνης» απαγορευμένες· οι εφημερίδες λογοκριμένες· η ραδιοφωνία και η νεότευκτη τηλεόραση υπηρετούν με συνέπεια τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό· στις μπουάτ, που γνώριζαν δόξες πριν από λίγα χρόνια, οι μπάτσοι ψάχνουν και συλλαμβάνουν τους «μαλλιάδες» νεαρούς· ακόμη και οι έφηβοι ραδιοπειρατές είχαν σιωπήσει – πήραν τον λόγο λίγο αργότερα βέβαια, με τον Σταθμό του Πολυτεχνείου. Μου φαίνεται πως μόνο στο Υπόγειο του Κουν αναπνέαμε ελεύθερα εκείνη τη χρονιά και ξεπερνούσαμε μέσα από την τέχνη την αφόρητη καθημερινότητα με τη βοήθεια του Μπέκετ, του Ιονέσκο, του Πιραντέλο. Αλλά, όχι, το «μόνο» είναι υπερβολή: υπήρχε και το Στούντιο, στην οδό Τρικόρφων τότε, να μας φέρνει αεράκι πολιτισμού με τις ταινίες του. Δεν θα αργήσουν όμως οι ημέρες που ο Σεφέρης θα εμφανίσει το «Επί ασπαλάθων», οι διανοούμενοι θα διαφωνούν αν πρέπει ή όχι να παίρνουν υποτροφίες Φορντ, αν πρέπει να γράψουν στα «Δεκαοκτώ Κείμενα», ή να σιωπήσουν, οι ημέρες που θα εμφανιστούν στα ελληνικά τα έργα του Τσε, του Μαρξ, του Τρότσκι.

Δεν μου έρχεται όμως στον νου τίποτε που να μπορεί να συγκριθεί με την απελπισμένη προσπάθεια τού, επίσης φοιτητή, Αλέκου Παναγούλη (τον Αύγουστο, λίγο προτού τα τανκς εισβάλουν στην Τσεχοσλοβακία) να ξεκάνει τον Παπαδόπουλο. Αν ο Ερικ Χόμπσμπαουμ είχε δει τη φωτογραφία που είχε δημοσιευθεί τότε στις ελληνικές εφημερίδες, ίσως να μην αντιμετώπιζε τόσο συγκαταβατικά το έργο των φωτορεπόρτερ του «Μάγκνουμ»: γυμνός, με το μαγιό που τον είχαν συλλάβει αμέσως μετά την απόπειρα, ανάμεσα σε σωματώδεις ένοπλους ένστολους, παράδινε ανυπεράσπιστο εντελώς το μικροκαμωμένο σωματάκι του στη βία. Σαν ποντικάκι ανάμεσα σε θηριώδεις παπουτσωμένους γάτους, που το γρατσουνίζουν και το κλωτσάνε συνεχώς – έτσι για να διασκεδάσουν. Θα μπορούσαν ίσως η γενναιότητά του και η θυσία του να συγκριθούν με αυτές άλλου φοιτητή, του Γιώργου Τσικουρή, που μαζί με τη φίλη του Ιταλίδα Ελενα Αντζελόνι τινάχτηκαν στον αέρα έξω από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα το 1970, όταν η βόμβα τους έσκασε προτού την τοποθετήσουν. Αλλά η ανθρώπινη γύμνια του ήταν ασύγκριτη· ίσως επειδή μου έφερνε εμένα στον νου την εικόνα τού επί ξύλου κρεμάμενου Θεού που αντίκριζα στα παιδικά μου χρόνια στην εκκλησία _ τη Μεγάλη Πέμπτη, πρωτίστως. Και αναρωτιέμαι: εκείνη η φωτογραφία, που την είδαν εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά και φοιτητές, τι επίδραση είχε επάνω τους; Πόσο επέδρασε στα όσα ριζοσπαστικά ξεκίνησαν το 1972 και κορυφώθηκαν το 1973 για να οδηγήσουν στην πτώση της χούντας ένα χρόνο μετά;

Το ίδιο ερώτημα βέβαια ισχύει και για τις φωτογραφίες του «Μάγκνουμ»: θα ήταν λάθος να τις αντιμετωπίσουμε μόνο σαν αρχειακό υλικό από το οποίο ο ιστορικός, τριάντα χρόνια μετά, αντλεί συμπεράσματα· κατά το Χίλια Εννιακόσια Εξήντα Οκτώ, οι φωτογραφίες του (όπως και αυτές των άλλων πρακτορείων), μεταδιδόμενες από χώρα σε χώρα, ενημέρωναν και δίδασκαν ταυτόχρονα, παραδειγμάτιζαν, γίνονταν αφίσες σε νεανικά δωμάτια, υποκινούσαν σε εξέγερση, αποτελούσαν προπαγανδιστικό και ανατρεπτικό υλικό ίσης σημασίας με τις προκηρύξεις οργανώσεων και κομμάτων. Ως «καταγραφή» μπορούν να θεωρηθούν οι φωτογραφίες αυτές μόνο από όσους προηγήθηκαν ηλικιακά, ή ακολούθησαν. Για τους νέους εκείνης της εποχής, οι φωτογραφίες συμμετείχαν στα δρώμενα όσο και οι ίδιοι. Κάποιος ταλαντούχος αφηγητής ή αναλυτής, θα μπορούσε λοιπόν να τα συνδέσει όλα αυτά με άλλα αξιοσημείωτα του Χίλια Εννιακόσια Εξήντα Οκτώ: τον γάμο Αριστοτέλη Ωνάση – Τζάκι Κένεντι, που έγινε την ίδια χρονιά. Θα έβρισκε, έτσι, την ευκαιρία να ξεφύγει από τον μακρόκοσμο, το έπος των εξεγέρσεων, των συγκρούσεων, της καταστολής, και να διαλογισθεί επάνω στον μικρόκοσμο: στην ανθρώπινη μοίρα της προδομένης Μαρίας Κάλλας, των μελών της οικογένειας Ωνάση, των μελών της οικογένειας Κένεντι _ ο Ρόμπερτ, που ελπίζαμε πως θα εκλεγόταν πρόεδρος και θα άλλαζε την αμερικανική πολιτική απέναντι στη χούντα, δολοφονήθηκε την ίδια χρονιά και τον διαδέχθηκε ό,τι χειρότερο: το δίδυμο Νίξον – Αγκνιου.

Και ίσως αυτός ο ταλαντούχος αναλυτής έβγαζε γόνιμα συμπεράσματα για το πώς οι μικρές ή μεγάλες ζωές μας δένονται με τα παγκόσμια ρεύματα της ιστορίας: για το πώς εκείνα τα χρόνια της ραγδαίας μεταπολεμικής ανάπτυξης η Ελλάδα παράγει ταυτόχρονα πάμπλουτους εφοπλιστές και πάμπτωχους μετανάστες· για το πώς ο εμφύλιος μας δένει στην Αμερική και περιμένουμε από αυτήν έκτοτε και τα μεγάλα καλά και τα μεγάλα κακά· για το πώς η χούντα αποτελεί την τελευταία πράξη του εμφύλιου πολέμου, την τελευταία προσπάθεια των νικητών να κρατήσουν το μονοπώλιο της εξουσίας· για το πώς οι έλληνες φοιτητές ξεκόβονται από τους δυτικοευρωπαίους συναδέλφους τους για επτά ολόκληρα χρόνια. Και ίσως μας βοηθούσε να καταλάβουμε γιατί τα πράγματα σήμερα είναι έτσι και όχι αλλιώς.

Εγώ όμως δυσκολεύομαι να ενδυθώ το σοβαρό κοστούμι του πανεπιστημιακού δασκάλου, ή την πιο ανέμελη φορεσιά του δημοσιογράφου, και να ασχοληθώ με επαγγελματική ευσυνειδησία με κάποια από τις πτυχές του θέματος Χίλια Εννιακόσια Εξήντα Οκτώ – και ας το έχω ξανακάνει επανειλημμένα παλαιότερα, κατά τις επετειακές χρονιές που ορίζουν τα πολλαπλάσια του πέντε και του δέκα, όπως το έχουν κάνει και πολλοί άλλοι επαγγελματίες γραφιάδες: δεν μπορώ να τα συνδέσω όλα αυτά σε ενιαία αφήγηση, ή σε ανάλυση με αρχή, μέση και τέλος.

Δεν φταίει, νομίζω, η κούραση της επανάληψης, το ότι ξανάπαιξα τον ρόλο του αναλυτή σε προηγούμενους εορτασμούς της «χρονιάς που θα άλλαζε τον κόσμο». Εκείνο που φταίει, αρχίζω να σκέφτομαι, είναι ότι το ίδιο εκείνο μακρινό Χίλια Εννιακόσια Εξήντα Οκτώ πέθανε ο παππούς μου, πάνω από ογδόντα πέντε χρόνων. Ηταν τις ημέρες του μεγαλείου του Παναγούλη· είχα κατέβει στο χωριό για την κηδεία, και εκεί είχα δει τις φωτογραφίες και είχα διαβάσει τις περιγραφές. Μετρώ, λοιπόν, και είναι τριάντα χρόνια ο παππούς κάτω από το χώμα, κι εγώ, είκοσι χρόνων τότε, κουβαλώ σήμερα ακριβώς μισόν αιώνα πάνω στις πλάτες μου. Και απέχω από την ηλικία θανάτου του παππού μου σχεδόν όσο και από το διασημότερο έτος της τελευταίας πεντηκονταετίας του 20ού αιώνα. Βρίσκομαι στην ηλικία που είχαν οι γονείς μου, οι γονείς της γενιάς μου, το 1968. Οι γονείς που τότε δεν καταλάβαιναν, σιωπούσαν, θύμωναν, ανησυχούσαν· οι γονείς που θυμόντουσαν την Κατοχή και τον εμφύλιο, οι γονείς που βρίσκονταν από την άλλη πλευρά του περίφημου «χάσματος των γενεών». Βρίσκομαι, βρισκόμαστε πια η γενιά του Χίλια Εννιακόσια Εξήντα Οκτώ, από την άλλη πλευρά του οδοφράγματος – ηλικιακά, τουλάχιστον.

Από τις σημαντικότερες πτυχές της πολιτιστικής επανάστασης των «σίξτις» ήταν η εξιδανίκευση της νεότητας, η απαξίωση της μέσης και τρίτης ηλικίας. Και η γενιά που έδωσε αξία στη νεότητα, που χάρη σε αυτήν αναδείχθηκε η νεολαία ως αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με τον χρόνο. Τι και αν ακόμη φορά μπλουτζίν, αν είναι εξοικειωμένη με το ροκ, αν έζησε τη σεξουαλική επανάσταση – θέλει δεν θέλει, βρίσκεται πια κοντύτερα στους παππούδες της παρά στις εξάρσεις της νεότητάς της. Ισως, αν δεν είχε θεοποιήσει τη νεότητα, αν θεωρούσε πως τα «μέσα χρόνια» και τα γεράματα είναι, όπως αιώνες πρωτύτερα, η ηλικία της πληρότητας και των προνομίων και όχι η ηλικία της κατάπτωσης, μπορούσε να αντιμετωπίσει το παρελθόν της, το Χίλια Εννιακόσια Εξήντα Οκτώ, με ψυχραιμία. Τώρα όμως το έτος εκείνο φέρνει πανικό σε όσους το έζησαν, η αναφορά σε αυτό θυμίζει μνημόσυνο. Οχι μόνο όσων από τις ιδέες και τα οράματα διαψεύστηκαν (δέκα μόλις χρόνια μετά, το ηρωικό «μικρό Βιετνάμ» έστελνε τον στρατό του να καταλάβει την Καμπότζη), αλλά της ίδιας της γενιάς που έζησε με αυτές τις ιδέες. Ποιος αντέχει να κάνει μνημόσυνο του εαυτού του;

Τις προηγούμενες δεκαετίες και πενταετίες μπορούσε ακόμη κάποιος της ηλικίας μου να μιλάει για το Χίλια Εννιακόσια Εξήντα Οκτώ (ή για το Πολυτεχνείο), για τα όσα έζησε και κατάλαβε, από τη σκοπιά εκείνης της χρονιάς – αλλά η σκιά του χρόνου κρύβει σιγά σιγά τη θέα που πρόσφερε εκείνη η εποχή. Εχει κανένα νόημα για τον ηθοποιό να βλέπει, χρόνια μετά, μαγνητοσκοπημένο το έργο που έπαιξε; Μπορεί η ανάλυση, η ερμηνεία, η περιγραφή να υποκαταστήσουν το βίωμα της συμμετοχής που σβήνει; Εχουν γίνει πλέον τα γεγονότα εκείνα παράσταση που παίξαμε, ρόλοι που ολοκληρώθηκαν. Θέαμα που τέλειωσε, όπως θα τελειώσουν και οι ζωές μας.

—————————————–
Ο κ. Δημήτρης Κ. Ψυχογιός είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στην ειδική έκδοση του Βήματος «1968: Η Χρονιά που θα Αλλαζε τον Κόσμο», με την ευκαιρία έκθεσης φωτογραφιών του Πρακτορείου Magnum που οργανώθηκε τον Δεκέμβριο του 1998.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ