93

Μόνο τη χονδρική τιμή καθορίζουν οι βιομηχανίες στην οποία εκείνες πωλούν, καθώς και τις πρόσθετες εκπτώσεις που κάνουν πάνω σε αυτές, ενώ η τελική τιμή την οποία πληρώνει ο καταναλωτής (και μετρά η ΕΣΥΕ και οι διάφορες τιμοληψίες), καθορίζεται ελεύθερα από την αγορά, επισημαίνει σε ανακοίνωσή του ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ).

Στην ίδια ανακοίνωση επισημαίνεται ότι την τελευταία δεκαετία η ελληνική βιομηχανία τροφίμων έχει συνεισφέρει στην εθνική προσπάθεια εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης της οικονομίας μέσω των επενδύσεων, τη συνεχή βελτίωση στην ποιότητα των προϊόντων της και προώθηση των εξαγωγών, αλλά και επιδεικνύοντας αυτοσυγκράτηση στον τομέα των τιμών, εξαντλώντας κάθε φορά, όλα τα περιθώρια απορρόφησης του κόστους, πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε ανατίμηση.

Σύμφωνα με τον ΣΕΒΤ, τα τελευταία έξι χρόνια, ο ετήσιος μέσος όρος στις αυξήσεις που κάνουν οι βιομηχανίες συσκευασμένων τροφίμων, είναι ίσος ή μικρότερος από τον πληθωρισμό.

Το γεγονός αυτό, εξηγεί ο ΣΕΒΤ, οφείλεται κυρίως στον έντονο ανταγωνισμό που χαρακτηρίζει τον κλάδο τροφίμων, την μείωση του κόστους όπως αυτή επιτυγχάνεται από τις επενδύσεις που υλοποιούνται και στη δυνατότητα που έχει ο καταναλωτής να εκφράζει τις επιλογές του και να επιλέγει εκείνα τα προϊόντα που εκτιμά ότι εκφράζουν την άριστη σχέση ποιότητας και τιμής.

Το σύνολο της κατηγορίας «διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» επηρεάζει τον δείκτη τιμών καταναλωτή κατά 18,55%, εκ του οποίου μόνο το μισό, δηλαδή το 9%, αφορά τα τυποποιημένα βιομηχανικά τρόφιμα, ενώ το υπόλοιπο αφορά το κρέας, τα ψάρια, τα φρούτα, τα λαχανικά (αγροτικά προϊόντα) δραστηριότητες που δεν εκπροσωπούνται από μέλη του ΣΕΒΤ, όπως και τα προϊόντα και υπηρεσίες που απαρτίζουν το υπόλοιπο 91% του δείκτη τιμών.

Αρα, υπογραμμίζει ο Σύνδεσμος, στον πληθωρισμό που σήμερα τρέχει με ρυθμό 3%, τα τυποποιημένα βιομηχανικά τρόφιμα συμμετέχουν μόνο κατά το 0,27%.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ-ΜΠΕ