Σύμφωνα με το συνοδευτικό σημείωμα συναντήθηκαν πρώτη φορά το 1980, στα γραφεία της EMI. Χτυπούσαν «των… κουφών τις πόρτες», για να τους πείσουν να ακούσουν τα τραγούδια τους. Έπειτα, το νερό κύλησε στο αυλάκι. Ο Πάνος έγινε εις εκ των διδύμων αδελφών Κατσιμίχα, που κατά γενική ομολογία εξελίχθηκαν στους πιο σημαντικούς τραγουδοποιούς του τόπου στη μετά τον Σαββόπουλο εποχή. Ο Μάνος έγινε ιδρυτικό μέλος των Πυξ Λαξ, ενός σχήματος που έκανε επιτυχία, απέκτησε φανατικό κοινό, αλλά δεν άρεσε σε όλους. Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν κάποιες φορές. Πέρσι βρέθηκαν να ανταλλάσσουν μελωδίες και στίχους. Έτσι, προέκυψαν έντεκα μπαλάντες. Έντεκα μουσικές ιστορίες κοινωνικής και πολιτικής… τρέλας.
Κάτι από Κατσιμιχαίους της παλιάς εποχής έχει αυτό το άλμπουμ. Οι στίχοι του Πάνου Κατσιμίχα κρύβουν ουσία και ομορφιά μέσα στην απλότητά τους. Τα λόγια του Ξυδούς αφορούν περισσότερο σε προσωπικές καταστάσεις. Τα κομμάτια κυλούν αβίαστα, τα μελοποιημένα ποιήματα δεν λείπουν (Αλκαίος, Χατζηνάκης, Π.Φιλίππου) και η συμμετοχή του Χάρη Κατσιμίχα προσθέτει στο σύνολο μια χαρακτηριστική πινελιά. Με λίγα λόγια, έχουμε να κάνουμε με μια τίμια δουλειά, από καλλιτέχνες που επιμένουν να έχουν άποψη και ευαισθησίες, κόντρα στη γενικότερη αναισθησία της εποχής.