Αφορμή για το δίσκο αυτό στάθηκε ένας πλανόδιος μουσικός με ξεκούρδιστο βιολί, που έλεγε σε παραλλαγμένη κλίμακα το τραγούδι του Γιώργου Μουζάκη «Κάποιο Δειλινό». Η ιδέα γεννήθηκε το 2005. Υλοποιήθηκε δύο χρόνια αργότερα με ένα άλμπουμ στο οποίο διασταυρώνονται ποιήματα, μουσική και ήχοι. Γίνονται παραμύθια ερεβώδη, γίνονται η ιστορία ενός άντρα που χτυπάει τα πλήκτρα της γραφομηχανής, γίνονται γυναικεία φωνή που παραληρεί ή μεταμορφώνεται σε μουσικό όργανο, γίνονται νότες σε αταξία που γεμίζουν άδειους χώρους. Το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει περισσότερο με θεατρική πράξη παρά με μουσικό έργο. Οι αυτοσχεδιασμοί, το σπάσιμο της μουσικής φόρμας και η αφήγηση, που συχνά καταλήγει σε άναρθρο λόγο, σε κάνουν συνένοχο μιας τέχνης ιδιόμορφης, σαφώς εξεζητημένης, αλλά και τέχνης με το ταυ κεφαλαίο.