Η ταινία με τις υψηλότερες εισπράξεις στο ελληνικό Box Office, την περίοδο 2006-2007, και εκείνη που δίχασε το κοινό. Κάποιοι γοητεύτηκαν από το έργο, είτε λόγω αισθητικής είτε επειδή τους ξύπνησε πατριωτικά αισθήματα. Κάποιοι άλλοι απέρριψαν μια τέτοια προσέγγιση στην ιστορία του Λεωνίδα και των τριακοσίων συμπολεμιστών του. Επιτρέψτε μου να ανήκω στη δεύτερη κατηγορία θεατών, καθώς θεωρώ ότι η δυτική κουλτούρα του μεσαιωνικού σκότους, των μάγων και των ιπποτών αδυνατεί να προσεγγίσει σφαιρικά πολιτισμούς που άνθησαν πριν από τη Ρώμη και το Βυζάντιο. Έτσι, όπως συνέβη και στον «Αλέξανδρο» και στην «Τροία», οι συντελεστές εστίασαν σε επί μέρους στοιχεία, κυρίως στην ανδρεία και στον αγώνα για την πατρίδα και την οικογένεια. Προσάρμοσαν τους ήρωες στα μέτρα τους (αρχαίοι, άρα αγριάνθρωποι) και έφτιαξαν ένα δίωρο βιντεοκλίπ με χλαμύδες, πατριωτικές κορώνες, αίματα, γουρλωμένα μάτια, άναρθρες κραυγές, μεταλλαγμένους και μυθικά τέρατα. Ομολογώ ότι γέλασα με το παιδιάστικο σενάριο και με τους «καλούς» (λευκούς) Σπαρτιάτες-πεζοναύτες που μάχονται τους «κακούς», μαυριδερούς Ανατολίτες. Με προβλημάτισε ωστόσο το γεγονός ότι αρκετοί πήραν θέση υπέρ του φιλμ, με το επιχείρημα ότι δεν πρόκειται για τίποτα παραπάνω από μια πιστή μεταφορά του ομότιτλου κόμικς. Προφανώς, θαμπώθηκαν από το εικαστικό μέρος και δεν τους απασχόλησαν καθόλου τα μιλιταριστικά μηνύματα, η ιδεολογία της βίας και το φτηνό μελόδραμα.
Με δεδομένο τον ντόρο και την εμπορική επιτυχία του φιλμ, περιμέναμε μια κομψή, κάπως συλλεκτική συσκευασία σε ό,τι αφορά την έκδοση sell thru. Δυστυχώς, πωλείται στη γνωστή φρικτή πλαστική θήκη. Κατά τα άλλα, η Warner προέβη σε μια από τις καλύτερες ψηφιακές παραγωγές της. Το αναμορφικό κάδρο διατηρείται συμπαγές ακόμα και στις σκοτεινές λήψεις (οι σκηνές με το λύκο και εκείνες με τους Εφόρους), ενώ διαθέτει άριστη ανάλυση και εκπληκτική απόδοση του πρωτοτύπου: ένα μυθικό σύμπαν, σκοτεινό, με σκληρά κοντράστ, εμφανή κόκκο (μάλλον επιλογή του σκηνοθέτη) και με χρώματα στο όριο της ζωγραφιάς. Ως προς τον ήχο, είναι εμφανής η έλλειψη μιας μπάντας DTS. Το εξακάναλο Dolby έχει όγκο, λεπτομέρεια και πλούσια χαμηλά, αλλά δεν διαχειρίζεται πάντα άψογα τα εφέ στα περιφερειακά κανάλια. Το κυρίως πρόγραμμα (δίσκος 1) συνοδεύεται από μπάντα με σχόλια του σκηνοθέτη.
Το πρόσθετο υλικό (με ελληνικούς υπότιτλους) φιλοξενείται στο δεύτερο δισκάκι. Στο 25λεπτο ντοκιμαντέρ «300: Μύθος ή Πραγματικότητα;» δύο ιστορικοί προσπαθούν να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους. Αναφέρουν, για παράδειγμα, ότι οι Σπαρτιάτες ήταν κάτι παραπάνω από πολεμικές μηχανές (η περίφημη Αγωγή περιλάμβανε μεταξύ άλλων τα μαθηματικά, τη φιλοσοφία, τη μουσική και το χορό). Δέχονται ωστόσο ότι ένας καλλιτέχνης μπορεί να φτάσει στην υπερβολή ή στην αυθαιρεσία, εμπνεόμενος από ένα διάσημο ιστορικό γεγονός. Υπάρχουν ακόμη ένα μίνι ντοκιμαντέρ που αναφέρεται στη σπαρτιατική κοινωνία, καθώς και μια ξεχωριστή ενότητα, στην οποία μιλούν ο σχεδιαστής των «300», Φρανκ Μίλερ, και άτομα από το χώρο των κόμικς.
Τα υπόλοιπα έξτρα προέρχονται από τα γυρίσματα. Στο εξάλεπτο Making of έχουμε την ευκαιρία να δούμε αρκετά πλάνα στη μορφή που γυρίστηκαν, δηλαδή προτού… τα παραλάβουν οι υπολογιστές, ενώ υπάρχει και δεύτερο Making of με τη μορφή βιντεοκλίπ (μουσική και εικόνα). Τέλος, η ενότητα Webisodes περιλαμβάνει φιλμάκια που κυκλοφόρησαν στο Internet πριν από την επίσημη προβολή του έργου. Διαρκούν από δύο έως τέσσερα λεπτά και αναφέρονται στο παρασκήνιο της παραγωγής (προετοιμασία των ηθοποιών, κοστούμια, ο σχεδιασμός των τεράτων, μίνι συνεντεύξεις κ.ά.). Αποσπάσματα από αυτό το υλικό υπάρχουν διάσπαρτα και σε άλλες ενότητες.