Μετά τη χριστουγεννιάτικη φαντασμαγορία του «Πολικού Εξπρές», η παρέα των Σπίλμπεργκ/Ζεμέκις δοκιμάζει κάτι διαφορετικό. Αντί για λαμπιόνια, χιόνι, χρωματιστές μπάλες και ζαχαρωτά ζωντανεύει ένα μισοερειπωμένο ξύλινο σπίτι που η θέα του και μόνο προκαλεί ανατριχίλα. Η πόρτα ανοίγει. Τα ξύλα της εισόδου γίνονται δόντια κοφτερά και ένα χαλί εκτελεί χρέη… γλώσσας. Ξετυλίγεται απότομα, τυλίγει ό,τι στέκεται κοντά στο κατώφλι και το τραβά στο εσωτερικό. Τα μπροστινά παράθυρα μεταμορφώνονται σε μάτια που βλέπουν με καχυποψία τους περαστικούς, ενώ δεν διστάζει να στηριχτεί σε δύο γέρικα δέντρα και να κυνηγήσει εκείνους που απειλούν την… οικιακή του γαλήνη. Όλα αυτά συμβαίνουν στο «Τερατόσπιτο», μια ταινία «τρόμου» για παιδιά, που ορισμένοι αποκάλεσαν εύστοχα «Amityville για ανήλικους θεατές».
Ο δωδεκάχρονος Ντι Τζέι υποψιάζεται ότι το παλιό ξύλινο οίκημα που βρίσκεται απέναντι από το δικό του είναι στοιχειωμένο. Όταν ο ιδιοκτήτης του, ο παράξενος κύριος Μπαμπουλιάρης, παθαίνει καρδιακή προσβολή, ο μικρός σιγουρεύεται ότι το σπίτι είναι ζωντανό και ότι η καρδιά του χτυπά χάρη στο καλοριφέρ. Μαζί με την Τζένη και το φίλο του τον Μασαμπούκα αποφασίζουν να μπουν στο άδειο κτίριο, να κατεβούν στο υπόγειο και να σβήσουν τον καυστήρα…
Το «Monster House» δημιουργήθηκε με την τεχνική του «Polar Express». Οι ηθοποιοί έπαιξαν τις σκηνές ντυμένοι με στολές που έφεραν αισθητήρες. Στη συνέχεια οι κουκκίδες που αποτυπώθηκαν στις ψηφιακές κάμερες «μεταμορφώθηκαν» σε χαρακτήρες καρτούν και τοποθετήθηκαν στα (ψηφιακά) σκηνικά. Ως καλλιτεχνικό εγχείρημα έχει μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που μαρτυρεί μεράκι εκ μέρους των δημιουργών. Εκεί που χάνει στο στοίχημα είναι στους χαρακτήρες. Οι μικροί ήρωες είναι τόσο «αμερικανάκια», που δύσκολα θα ταυτιστούν μαζί τους όλα τα παιδιά του κόσμου.
Η ευρωπαϊκή έκδοση είναι εξαιρετική όσον αφορά στην ποιότητα του DVD. Η αναμορφική εικόνα διαθέτει την αναμενόμενη στιλπνότητα, τη φωτεινότητα και την κορυφαία ανάλυση που περιμένει κανείς από μια ταινία που δημιουργήθηκε με ψηφιακά μέσα. Τα χρώματα λάμπουν. Η ποικιλία των αποχρώσεων είναι εντυπωσιακή, είτε πρόκειται για ημερήσιες σκηνές (τα πρόσωπα και τα ρούχα των παιδιών, το φύλλωμα των δέντρων, το γκαζόν, οι κήποι) είτε για «νυχτερινά γυρίσματα» στο εσωτερικό του στοιχειωμένου σπιτιού ή στη γειτονιά. Η εξακάναλη μπάντα δημιουργεί ένα θαυμάσιο ηχητικό περιβάλλον, με πλούσιες χαμηλές συχνότητες, ειδικά στις σκηνές που το σπίτι βρυχάται ή μετακινείται τρίζοντας. Η μεταγλωττισμένη στα ελληνικά μπάντα καλύπτει απλώς τις ανάγκες των μικρών θεατών.
Τo πρόσθετο υλικό συνοδεύεται μόνο από αγγλικούς υπότιτλους, μια συνηθισμένη (όσο και εξοργιστική) πρακτική της Sony, που στερεί από όσους δεν γνωρίζουν ξένες γλώσσες τη δυνατότητα και -γιατί όχι;- την απόλαυση να το παρακολουθήσουν. Για τους αγγλομαθείς, λοιπόν, τα έξτρα αποκαλύπτουν τη διαδικασία παραγωγής σε όλες τις λεπτομέρειες: από την ψηφιοποίηση των ηθοποιών και το σχεδιασμό των χαρακτήρων μέχρι τη μεταμόρφωση των ψηφιακών κουκκίδων σε κινούμενα σχέδια, την κίνηση της κάμερας και τις τελευταίες πινελιές στα πλάνα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο σχεδιασμός των ηχητικών εφέ (συνδυασμός φυσικών και συνθετικών ήχων), ενώ, μεταξύ άλλων, υπάρχει η διαδικασία εξέλιξης μιας σκηνής από το χαρτί στην οθόνη.