Ο Van Morrison και ο Neil Young είναι οι δύο καλλιτέχνες, που, με μεγαλύτερη συνέπεια και αγωνιστική διάθεση από οποιονδήποτε άλλο, μεγάλωσαν -γέρασαν θα λέγαμε αν δεν φοβόμασταν τις λέξεις- παράλληλα με το ίδιο το rock: Το ανάθρεψαν μέσα στο λίκνο των blues και της soul, το υπηρέτησαν πιστά σε μια πορεία δεκαετιών, σμίλεψαν το προφίλ του με τα ιδιαίτερα προσωπικά τους στιλ.
Τι κάνουν όμως οι λύκοι του rock όταν γεράσουν; Πολλοί τα παρατάνε. Άλλοι μας επισκέπτονται τακτικά περιφέροντας το ρυτιδιασμένο τους σαρκίο και εξαργυρώνοντας όσο όσο το σιτεμένο τους ρεπερτόριο. Ορισμένοι αποσύρονται και συνεχίζουν μοναχικά να δημιουργούν έχοντας την προσοχή ενός περιορισμένου ακροατηρίου.
Τον Morrison η είσοδος στην τρίτη ηλικία (όπου να ‘ναι κλείνει τα 60) τον βρίσκει να κυκλοφορεί ένα ακόμη άλμπουμ στην προσωπική του ετικέτα Exile, κρατώντας αποστάσεις από τη μουσική βιομηχανία (την οποία, παρεμπιπτόντως, κατακεραυνώνει στο «They Sold Me Out»). Από άποψη ύφους και διάθεσης το «Magic Time» χαρακτηρίζεται από μια επιστροφή στις blues και soul ρίζες των πρώτων βημάτων του σπουδαίου καλλιτέχνη από το Μπέλφαστ κατά τη δεκαετία του ’60, διανθισμένη με τζαζ, βαλς και big-band λοξοκοιτάγματα. Περιλαμβάνει δέκα νέες συνθέσεις και δύο διασκευές σε Sinatra («This Love Of Mine») και Perry Como («I’m Confessin'»). Την παραγωγή και τις ενορχηστρώσεις υπογράφει ο ίδιος ο Morrison, αξιοποιώντας με ιδιαίτερα όμορφο τρόπο τα πνευστά. Όσο για το τελικό αποτέλεσμα, συνδυάζει με ισορροπημένο τρόπο νοσταλγία και πείρα, ρυθμό και χαλαρότητα.
Τι είναι όμως εκείνο που δεν φαίνεται να πηγαίνει και τόσο καλά; Σιγά, ψιθυριστά, για να μην μας ακούσει ο Van και στενοχωρηθεί, σκύβω στο αφτί και σου λέω ότι για πρώτη ίσως φορά μοιάζει κουρασμένος. Και εσύ αμέσως δυσανασχετείς και μου λες: «Βρες μου εσύ έναν -έναν μόνο!- άλλο που να έχει σήμερα τα κότσια να του παραβγεί σε μια ερμηνεία όπως είναι εκείνη του The Lion This Time ή του Celtic New Year».
Τι να πω, δίκιο έχεις.