Πόσοι σκηνοθέτες θα μπορούσαν να κρατήσουν το θεατή γαντζωμένο στην άκρη της πολυθρόνας του, να παρακολουθεί γεμάτος αγωνία μια ταινία που διαδραματίζεται ουσιαστικά σε ένα χώρο τόσο ασφυκτικά περιορισμένο όσο ένα σαλόνι; Σίγουρα ελάχιστοι. Ένας από αυτούς ήταν ο Aλφρεντ Χίτσκοκ. Και δεν το έκανε μόνο μία φορά. Το έκανε στη «Θηλειά», όπου μάλιστα ο θεατής έχει την εντύπωση πως παρακολουθεί ένα ενιαίο πλάνο σε όλη την ταινία, το έκανε στη «Ναυαγοσωστική Λέμβο», όπου όλα διαδραματίζονται σε μια βάρκα, το έκανε και στο «Τηλεφωνήστε: Ασφάλεια Αμέσου Δράσεως», όπου, εκτός από μια δυο ολιγόλεπτες σκηνές, τα πάντα λαμβάνουν χώρα στο λίβινγκ ρουμ ενός λονδρέζικου διαμερίσματος.
Κέντρο της ιστορίας είναι ένα ερωτικό τρίγωνο. Η όμορφη και πλούσια Μαργκό Γουέντις είναι παντρεμένη με τον πρώην τενίστα και νυν… χαραμοφάη Τόνι, αλλά διατηρεί ερωτική σχέση με τον Μαρκ, ένα συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων. Ο Τόνι γνωρίζει τα πάντα, αλλά το κρύβει επιμελώς, ακολουθώντας μια στρατηγική που, όπως πιστεύει, θα τον καταστήσει όχι μόνο χήρο αλλά και εκατομμυριούχο. Εκβιάζει λοιπόν έναν παλιό γνωστό του να δολοφονήσει τη Μαργκό, όσο εκείνος και ο Μαρκ θα βρίσκονται μαζί σε ένα πάρτι. Το σχέδιό του είναι οργανωμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Όμως, ως γνωστόν, τέλειο έγκλημα υφίσταται μόνο στα βιβλία.
Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Φρανκ Νοτ, ο οποίος έγραψε και το σενάριο. Ο Χίτσκοκ ακολούθησε κατά γράμμα το κείμενο, προσθέτοντας όμως με τη σκηνοθεσία του κάποιες πινελιές που το μετέτρεψαν από ένα απλά έξυπνο αστυνομικό έργο σε ένα κομψοτέχνημα αγωνίας. Αξιος αναφοράς είναι ο τρόπος με τον οποίο εκμεταλλεύεται τον περιορισμένο χώρο τοποθετώντας την κάμερα στις κατάλληλες γωνίες που θα επιτρέψουν στο θεατή να χαρτογραφήσει στο μυαλό του τις κινήσεις των πρωταγωνιστών. Στις μικρές λεπτομέρειες άλλωστε βρίσκεται και το κλειδί της ταινίας – και στη συγκεκριμένη περίπτωση η λέξη κλειδί δεν αποτελεί απλώς τρόπο του λέγειν…
Η Γκρέις Κέλι, στην πρώτη της συνεργασία με το σκηνοθέτη (ακολούθησαν άλλες δύο στο «Σιωπηλό Μάρτυρα» και στο «Κυνήγι του Κλέφτη»), αποτελεί το ιδανικό χιτσκοκικό θηλυκό θύμα. Την παράσταση όμως την κλέβει με άνεση ο Ρέι Μίλαντ που ερμηνεύει το ρόλο του Τόνι με τόση χάρη, που τον κάνει σχεδόν συμπαθή, χαρίζοντάς μας έτσι έναν ακόμη αξιομνημόνευτο «κακό», από αυτούς που μόνο ο Αλφρεντ Χίτσκοκ μπορούσε να επινοήσει.
Η ταινία είχε γυριστεί με την τεχνική του τρισδιάστατου σινεμά προκειμένου οι θεατές, φορώντας βεβαίως τα απαραίτητα γυαλιά, να έχουν, για παράδειγμα, την ψευδαίσθηση πως το χέρι της Γκρέις Κέλι τεντώνεται έξω από την οθόνη ή πως το πτώμα του επίδοξου δολοφόνου πέφτει πάνω τους… Για την τεχνική αυτή και για το πώς την εκμεταλλεύτηκε ο Χίτσκοκ μπορούμε να πληροφορηθούμε στο ένα από τα δύο μικρά ντοκιμαντέρ που συνοδεύουν την ταινία. Στο άλλο, κάποιοι ειδικοί, μεταξύ αυτών οι σκηνοθέτες Μ.Νάιτ Σιάμαλαν και Πίτερ Μπογκντάνοβιτς, αναλύουν ορισμένες παραμέτρους της ταινίας.