Ευχή αλλά και κατάρα της Tori Amos είναι το ταλέντο της.
Οι παιχνιδιάρικες, εύληπτες μελωδίες της, οι συνθέσεις της με τα έντονα ηχοχρώματα και την περίτεχνη δομή, η παθιασμένη, εκδηλωτική ερμηνεία της και οι αλά Kate Bush πολυεπίπεδες φωνητικές ενορχηστρώσεις αθροίζονται σε μία από τις πιο υπολογίσιμες καλλιτεχνικές παρουσίες της σύγχρονης ηλεκτρικής μουσικής. Ήδη με το «Little Earthquakes», το πρώτο της άλμπουμ του 1992, η Myra Ellen Amos (όπως είναι το πλήρες όνομα της δημιουργού, που γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου του 1963 στο Νιούτον της βόρειας Καρολίνα) καθιερώθηκε γρήγορα και αβίαστα ως μία από τις κορυφαίες εκπροσώπους στην αναδυόμενη κατηγορία των τραγουδοποιών/τραγουδιστριών δίπλα στις Suzanne Vega, Sin?ad O’Connor, Beth Orton, Fiona Apple, Natalie Merchant κ.ά., συνδυάζοντας υπέροχα την εκφραστική αμεσότητα του εναλλακτικού rock με το καλλιτεχνικό χάρισμα ινδαλμάτων των 70s, όπως η Joni Mitchell.
Το «Beekeeper» αποτελεί επιστέγασμα μιας πολύ αξιόλογης καριέρας, από το γενικότερο προφίλ της οποίας δεν διαφοροποιείται ιδιαίτερα. Καρδιά των τραγουδιών αποτελεί πάντα το πιάνο Bosendorfer, τη φορά αυτή σε συνδυασμό με μια νέα αγάπη, το όργανο B3 Hammond, σε συμπληρωματικό ρόλο. Οι συνθέσεις είναι κυρίως μπαλάντες, τη μίνιμαλ δομή των οποίων διακόπτουν συχνά κύματα ηλεκτρονικών ήχων. Στιχουργικά και ερμηνευτικά υπάρχει μια αναμενόμενη μετατόπιση από το μετεφηβικό ρομαντισμό στην ωριμότητα. Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι το «The Power Of Orange Knickers» (ντουέτο της Amos με τον Ιρλανδό τραγουδιστή της folk, Damien Rice), το εμπνευσμένο από την κλασική νουβέλα της Daphne Du Maurier «Jamaica Inn», το «Hoochie Woman» -στο οποίο μεταμφιέζεται απρόσμενα σε Chrissie Hydne- και το ελεγειακό «Sweet The Sting».
Ωστόσο, στο «The Beekeeper» η υπερβολική εμπιστοσύνη που έχει η Amos στις δυνάμεις της, σε συνδυασμό με το μεγεθυσμένο εγώ που συνήθως συνοδεύει το χάρισμα αποδεικνύονται κακοί σύμβουλοι σε τουλάχιστον δύο επίπεδα.
Πρώτον, επιλέγει να αναλάβει μόνη της όλο το βάρος της παραγωγής χωρίς να ζητήσει τη συνδρομή ενός επαγγελματία του χώρου. Η επιλογή αυτή έχει βέβαια ένα σαφές πλεονέκτημα: επιτρέπει στο δημιουργό πλήρη έλεγχο στο τελικό αποτέλεσμα. Έχει όμως και πολύ μεγάλο ρίσκο, καθώς απομονώνει τον καλλιτέχνη σε ένα σύμπαν εγωκεντρικό, δίχως κανάλια επικοινωνίας. Κανείς δεν είναι δίπλα του για να σχολιάσει, να διορθώσει, να εμπνεύσει· να πυροδοτήσει, με λίγα λόγια, τη διαδικασία ανταλλαγής ιδεών που είναι κρίσιμη σε κάθε καλλιτεχνική δημιουργία. Ως αποτέλεσμα, το «Beekeeper» μένει ένα ρόδο που χάνει την ευκαιρία να ανθίσει με τη μεγαλοπρέπεια που θα του άξιζε.
Δεύτερον, η έννοια του «concept album» ωθείται στα όριά της σε ένα δίσκο που παίζει με τα εξάγωνα, τις κυψέλες και προτείνει στο ένθετο μια οργάνωση των τραγουδιών σε έξι θεματικές ενότητες-κήπους(!), η οποία ουδεμία σχέση έχει με τη σειρά παρουσίασης των τραγουδιών ή το στιχουργικό τους περιεχόμενο. Άραγε είμαστε οι μόνοι που διακρίνουμε εδώ μια σύγχυση του pop δίσκου με την εκκεντρική διανοητική ακροβασία;
Σε περιορισμένη έκδοση το άλμπουμ κυκλοφορεί συνοδευμένο από δεύτερο δίσκο DVD με ημίωρης διάρκειας συνέντευξη της Amos και το αποκλειστικό τραγούδι «Garlands».