53

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε αντίθετους προς το κοινοτικό δίκαιο τους ελληνικούς νόμους 971/79, περί ασκήσεως του επαγγέλματος του οπτικού και ιδιοκτησίας καταστημάτων οπτικών ειδών, που δεν επιτρέπει σε διπλωματούχο οπτικό ως φυσικό πρόσωπο να εκμεταλλεύεται περισσότερα του ενός καταστήματα οπτικών ειδών, όπως επίσης τον νόμο 971/79 και τον νόμο 2646/98 σύμφωνα με τους οποίους η δυνατότητα ενός νομικού προσώπου να ιδρύσει κατάστημα οπτικών ειδών στην Ελλάδα υπόκειται σε περιορισμούς.

Σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους πρέπει:

– η άδεια ιδρύσεως και εκμεταλλεύσεως του καταστήματος οπτικών ειδών να έχει χορηγηθεί στο όνομα ενός αναγνωρισμένου οπτικού/φυσικού προσώπου, το άτομο που κατέχει την άδεια εκμεταλλεύσεως του καταστήματος να συμμετέχει με ποσοστό τουλάχιστον 50% στο εταιρικό κεφάλαιο, καθώς και στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρίας, η εταιρία να έχει τη μορφή ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας

– ο εν λόγω οπτικός να συμμετέχει το πολύ σε μία ακόμη εταιρία ιδιοκτήτρια καταστήματος οπτικών ειδών, με την προϋπόθεση ότι η άδεια ιδρύσεως και εκμεταλλεύσεως του καταστήματος οπτικών ειδών είναι στο όνομα άλλου αδειούχου οπτικού.

Στην ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή είχε προσφύγει κατά της Ελλάδας κατόπιν καταγγελίας που υποβλήθηκε από δύο ανώνυμες εταιρίες, από τις οποίες η μία ήταν καταχωρισμένη στην Ελλάδα και η δεύτερη σε άλλο κράτος -μέλος και στις οποίες οι ελληνικές αρχές αρνούνταν, βάσει του νόμου 971/79, τη χορήγηση αδείας ιδρύσεως καταστήματος οπτικών ειδών.

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η πλευρά του ελληνικού Δημοσίου ισχυρίστηκε ότι η απαγόρευση που επιβάλλεται σε οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο να εκμεταλλεύεται περισσότερα του ενός καταστήματα, θεσπίστηκε για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, σχετικούς με την προστασία της δημόσιας υγείας και ότι ο Έλληνας νομοθέτης θέλησε να εξασφαλίσει μια προσωπική σχέση εμπιστοσύνης στο κατάστημα πωλήσεως οπτικών ειδών, καθώς και την απεριόριστη και απόλυτη ευθύνη του οπτικού, του εκμεταλλευόμενου το κατάστημα ή του ιδιοκτήτη του, σε περίπτωση πταίσματος.

Όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, το ελληνικό κράτος ενέμεινε στην προσπάθειά της να διατηρηθεί η προσωπική επαφή του οπτικού με τον πελάτη του και να ισχύει καθολική και απεριόριστη ευθύνη των οπτικών.

Ωστόσο, η επιχειρηματολογία αυτή δεν έπεισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι ο σκοπός της προστασίας της δημόσιας υγείας μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα που να περιορίζουν σε μικρότερο βαθμό την ελευθερία εγκαταστάσεως τόσο των φυσικών όσο και των νομικών προσώπων.

Ο σκοπός αυτός θα μπορούσε, κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, να επιτευχθεί απαιτώντας, για παράδειγμα, την παρουσία αδειούχων οπτικών ως μισθωτών ή εταίρων σε κάθε κατάστημα οπτικών, θεσπίζοντας κανόνες για την αστική ευθύνη από πταίσμα τρίτου, καθώς και κανόνες που να επιβάλλουν την ασφάλιση της επαγγελματικής ευθύνης.

Ως εκ τούτου, κατέληξε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, οι επίδικοι περιορισμοί βαίνουν πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και επομένως δεν δικαιολογούνται.

Σημειώνεται πάντως ότι κατά την προφορική διαδικασία, οι εκπρόσωποι της Ελλάδας ισχυρίστηκαν ότι, με τον νόμο 3204/03, που κοινοποιήθηκε προσφάτως στην Επιτροπή, εναρμονίσθηκε η σχετική με το ζήτημα ελληνική νομοθεσία προς την κοινοτική.

Κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, όμως, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους – μέλους, όπως αυτή εμφανίζεται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και οι επελθούσες στη συνέχεια μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.

Ο νόμος 3204/03, ο οποίος εκδόθηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας δεν μπορεί συνεπώς να ληφθεί υπόψη, απεφάνθη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ