37

Τριάντα δύο χρόνια από την ίδρυσή του, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης γυρνά σελίδα. Το 1992 ξεπερνά και επισήμως τα στενά όρια της ελληνικής βιομηχανίας θεάματος και μετασχηματίζεται σε διεθνή συνάντηση κινηματογραφιστών. Παράλληλα με τον τίτλο της διοργάνωσης αλλάζει και ο μήνας διεξαγωγής της. Οι σινεφίλ αναγκάζονται πλέον να περιμένουν ώς τον Νοέμβριο για να βρεθούν στη Θεσσαλονίκη.

Κατά κοινή παραδοχή, η πορεία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου αλλάζει ρότα. Με ένα πλήρως αναβαθμισμένο πρόγραμμα που μετρά περισσότερες από 100 ταινίες, η διοργάνωση κατοχυρώνει το διεθνή χαρακτήρα της το 1993. Για ακόμη μια φορά όμως, τα νερά του Φεστιβάλ θα τα ταράξουν δύο Έλληνες: ο Θανάσης Βέγγος, με την ερμηνεία του στη Ζωή χαρισάμενη και ο Ντίνος Δημόπουλος, που επιστρέφει με τα Δελφινάκια του Αμβρακικού. Στα μείον της διοργάνωσης η αποχώρηση τεσσάρων δημιουργών που μετείχαν στο ελληνικό Πληροφοριακό Τμήμα.

Ένα χρόνο αργότερα το Φεστιβάλ θα ανοίξει ξανά τις πύλες του με επισημότητα. Το 1994 θεωρείται μία από τις αρκετά καλές χρόνιες της εγχώριας κινηματογραφικής παραγωγής. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, με το Βλέμμα του Οδυσσέα θα αποσπάσει στις Κάννες το Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής, ενώ στην Ελλάδα -εντός και εκτός Φεστιβάλ- θα ξεχωρίσουν το Τέλος Εποχής του Αντώνη Κόκκινου, η Ελεύθερη Κατάδυση του Γιώργου Πανουσόπουλου και η τελευταία, πριν τον πρόωρο θάνατό του, ταινία του Αλέξη Μπίστικα Το Χάραμα.

Όπως ήταν αναμενόμενο, το 1995 οι Έλληνες σκηνοθέτες πήγαν στη Θεσσαλονίκη υπό το Βλέμμα του Οδυσσέα και με το βαρύ φορτίο της σύγκρισης -έστω και εκτός συναγωνισμού- με τον Θ. Αγγελόπουλο. Οι προβλέψεις δεν διαψεύστηκαν· ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ήταν ο μεγάλος νικητής. Ωστόσο, αυτά που θα μείνουν από την 36η διοργάνωση είναι η απόφαση του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου να απορρίψει όλες τις υποψήφιες προς χρηματοδότηση ταινίες μεγάλου μήκους, καθώς και ο αποκλεισμός από την Προκριματική Επιτροπή του Φεστιβάλ 11 ελληνικών ταινιών.

Στο Φεστιβάλ του 1996 κάνουν την εμφάνισή τους ο Οργασμός της Αγελάδας της Όλγας Μαλέα και το Βαλκανιζατέr του Σωτήρη Γκορίτσα, δύο ταινίες που θα συζητηθούν πολύ, καθώς στη συνέχεια θα αποτελέσουν τις πιο εμπορικές -για τα τρέχοντα ελληνικά δεδομένα- της σεζόν. Ωστόσο, εκείνο που «καίει» το Φεστιβάλ είναι η πρόταση της ειδικής επιτροπής του υπουργείου Πολιτισμού να καταργηθεί το ελληνικό διαγωνιστικό τμήμα και στη θέση του να θεσπιστεί το «Πανόραμα» του ελληνικού κινηματογράφου.

Το 1997 ήταν μια ήρεμη χρονιά, με τις ελληνικές ταινίες που είχαν διαγωνιστεί την προηγούμενη να σημειώνουν μεγάλα κέρδη. Από τις παραγωγές που προβλήθηκαν στις αίθουσες του Φεστιβάλ, ξεχώρισαν οι: Βασιλική του Βαγγέλη Σερντάρη, Mirupafshim του Γιώργου Κόρρα, Ο κύριος με τα γκρι του Περικλή Χούρσογλου, 6 με έξι του Γιάννη Πετρόπουλου, Τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων της Σοφίας Παπαχρήσου, No Budget Story του Ρένου Χαραλαμπίδη και Προστάτης οικογενείας του Νίκου Περάκη.

Κανείς ωστόσο τότε δεν μπορούσε να προβλέψει ότι την επόμενη χρονιά όλοι οι Έλληνες, σινεφίλ και μη, θα παρακολουθούσαν στις μικρές οθόνες τους τον Θόδωρο Αγγελόπουλο να κατακτά τη σημαντικότερη βράβευση στην πορεία του, τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών, με την ταινία Μία αιωνιότητα και μία ημέρα. Με τα φώτα, λοιπόν, στραμμένα στο μεγάλο νικητή του ευρωπαϊκού σινεμά, το 1998 το Φεστιβάλ ταυτίζει τα βραβεία του με τα Κρατικά Βραβεία και μεταμορφώνεται -για ακόμη μία χρονιά- σε μία μεγάλη γιορτή προς τιμήν του Θ. Αγγελόπουλου, με την ταινία του να αποσπά επτά, συνολικά, βραβεία. Εντύπωση προκάλεσε η στάση του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, ο οποίος παρά το Β Βραβείο Μυθοπλασίας που απέσπασε με την ταινία Από την άκρη της πόλης, κατά τη διάρκεια της απονομής αποχώρησε από την αίθουσα, βρίζοντας θεούς και δαίμονες.

Φτάνοντας λίγο πριν από το τέλος του 20ού αιώνα, το 1999 έρχεται η μεγάλη εμπορική επιτυχία που όλοι περίμεναν. Ύστερα από πολλά χρόνια, το ελληνικό κοινό θα σχηματίσει και πάλι ουρές έξω από τις κινηματογραφικές αίθουσες για να παρακολουθήσει το Safe Sex των Θανάση Παπαθανασίου – Μιχάλη Ρέππα. Την ίδια χρονιά προβλήθηκαν στο Φεστιβάλ το Peppermint του Κώστα Καπάκα, η Εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων του Δήμου Αβδελιώδη και το Καναρινί Ποδήλατο του Δημήτρη Σταύρακα, ταινίες που -μαζί με τα τρία πρώτα βραβεία μυθοπλασίας- κέρδισαν και τις εντυπώσεις του κοινού. Στο ιδιαίτερα λαμπερό ύφος εκείνης της διοργάνωσης, που γιόρταζε 40 χρόνια συνεχούς παρουσίας, συνέβαλε και η άφιξη στη Θεσσαλονίκη της Σαρλότ Ράμπλινγκ, πρωταγωνίστριας στον Βυσσινόκηπο του Μιχάλη Κακογιάννη.

Έχοντας συμπληρώσει δέκα χρόνια διεθνοποιημένης μορφής, το 2002 το Φεστιβάλ επιλέγει να παρουσιάσει, μεταξύ άλλων, ταινίες δημιουργών από χώρες με σχετικά μικρή κινηματογραφική παράδοση, όπως η Παλαιστίνη, η Ταϊλάνδη και η Σλοβακία. Παράλληλα, φιλοξενεί μεγάλα αφιερώματα, σε σπουδαίους δημιουργούς, Έλληνες και ξένους. Ο Παντελής Βούλγαρης, ο Γιάννης Δαλιανίδης, ο Κώστας Χατζηχρήστος, ο Μάρκο Μπελόκιο, ο Μπομπ Ράφελσον, ο Μπέλα Ταρ, ο Ζαν-Φρανσουά Στεβενέν, είναι οι επτά προσωπικότητες με ξεχωριστή θέση στην 43η διοργάνωση. Ως προς τα βραβεία, μεγάλη νικήτρια η Κατερίνα Ευαγγελάκου και η ταινία της Θα το μετανιώσεις, που κατάφερε να αποσπάσει έξι διακρίσεις.

Το 2003 επεφύλασσε, όχι μόνο για το Φεστιβάλ, αλλά για όλους μας μία μεγάλη έκπληξη που ακούει στο όνομα: Πολίτικη Κουζίνα. Η Θεσσαλονίκη και η 44η διοργάνωση σηματοδότησαν την τεράστια επιτυχία της ταινίας του Τάσου Μπουλμέτη, η οποία –αποσπώντας οκτώ βραβεία- ξύπνησε μνήμες από τη «χρυσή» εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, με εκατομμύρια κόσμου να συρρέουν στις αίθουσες. Η χρονιά ήταν γενικότερα καλή για το ελληνικό σινεμά, με τους Γενναίους της Σαμοθράκης, του Σταμάτη Τσαρούχα, και το Οξυγόνο, των Παπαθανασίου-Ρέππα, να ξεχωρίζουν, ενώ θεαματική ήταν η αύξηση των θεατών του Φεστιβάλ.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ