27

Το 2003 ήταν έτος «χαμηλής πτήσης» για την ελληνική μεταποίηση σύμφωνα με έρευνα της Icap για τις «εξελίξεις στον επιχειρηματικό τομέα της οικονομίας το 2003». Ο δείκτης παραγωγής σημείωσε ελαφρά κάμψη 0,4%, ο βαθμός χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού περιορίστηκε στο 76,5 (από 77,1 το 2002), ενώ κάμψη σημείωσε και ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών.

Από τα δεδομένα των ισολογισμών και των αποτελεσμάτων χρήσης 5.356 μεταποιητικών μονάδων (πρόκειται για επιχειρήσεις ΑΕ και ΕΠΕ οι οποίες έχουν δημοσιοποιήσει τα οικονομικά τους αποτελέσματα και για τα δύο αυτά έτη) προκύπτει ότι οι πωλήσεις αυξήθηκαν με ρυθμό 6,4% σε 39,8 δισ. ευρώ. Το συνολικό προ φόρου αποτέλεσμα της ελληνικής μεταποίησης βελτιώθηκε κατά 9,6% σε 2,3 δισ. ευρώ.

Το 2003 υπήρξε νέα μείωση των επενδύσεων στη μεταποίηση. Τα συνολικά κεφάλαια της μεταποίησης αυξήθηκαν κατά 5,3% σε 51,3 δισ. ευρώ. Aντίθετα, τα καθαρά πάγια παρέμειναν στάσιμα, ενώ η χρηματοδότηση έγινε κυρίως, κατά 78%, μέσω δανειακών υποχρεώσεων. Οι εξελίξεις στη μεταποίηση επηρεάζονται σε σημαντικό βαθμό από τις μεταβολές των μεγεθών των πέντε μεγαλυτέρων από πλευράς πωλήσεων κλάδων. Βάσει των στοιχείων του 2003 αυτοί ήταν οι εξής: είδη διατροφής, προϊόντα πετρελαίου, μη μεταλλικά ορυκτά, μεταλλικά προϊόντα και φάρμακα.

Το προηγούμενο έτος συνεχίστηκε η ανάπτυξη του ελληνικού εμπορίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, ο όγκος των λιανικών πωλήσεων αυξήθηκε κατά 4,6% έναντι ανόδου 4,5% το προηγούμενο έτος. Επιπλέον, οι προσδοκίες έγιναν περισσότερο αισιόδοξες. Ο σχετικός δείκτης που καταρτίζει το ΙΟΒΕ αυξήθηκε κατά 9,3% το 2003, μετά από άνοδο μόλις 1,2% το 2002. Ικανοποιητική ήταν επίσης η άνοδος του συνολικού ενεργητικού του εμπορίου. Αυξήθηκε κατά 10,3% και έφτασε τα 38,7 δισ. ευρώ, χρηματοδοτήθηκε δε κυρίως μέσω αύξησης των υποχρεώσεων. Η αύξηση των ιδίων κεφαλαίων ήταν χαμηλή (7,1%) και κάλυψε λιγότερο από 20% της αύξησης του ενεργητικού.

Η εμπορική δραστηριότητα συγκεντρώνεται σε ένα σχετικά μικρό αριθμό κλάδων. Οι πέντε μεγαλύτεροι βάσει πωλήσεων κλάδοι (μεταφορικά μέσα, καύσιμα-λιπαντικά, σουπερμάρκετ-πολυκαταστήματα, φάρμακα-καλλυντικά και είδη διατροφής) καλύπτουν το 40,7% των συνολικών κεφαλαίων, το 56,9% των πωλήσεων και το 43,6% των προ φόρου κερδών. Η συμβολή τους στη διαμόρφωση των συνολικών αποτελεσμάτων είναι καθοριστική. Συγκεκριμένα, συνέβαλαν κατά σχεδόν 40% στη διεύρυνση του ενεργητικού, κατά περισσότερο από 60% στην αύξηση των πωλήσεων και κατά περισσότερο από 40% στη διαμόρφωση του προ φόρου αποτελέσματος.

Το 2003 σημειώθηκε περαιτέρω ανάπτυξη του τομέα των υπηρεσιών. Οι πωλήσεις των 5.697 επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν δημοσιοποιήσει τα οικονομικά τους στοιχεία για το 2002 και για το 2003, αυξήθηκαν με ρυθμό 6,7% σε 23,1 εκατ. ευρώ. Η βελτίωση των μη λειτουργικών στοιχείων, τόσο εσόδων όσο και εξόδων, αύξησε τα προ φόρου κέρδη κατά 15,4% σε 1,4 δισ. ευρώ. Τα συνολικά κεφάλαια του τομέα αυξήθηκαν με ρυθμό 7% σε 51,5 δισ. ευρώ. Η αύξηση των καθαρών παγίων συνεισέφερε το 62,6% αυτής της μεταβολής, η δε χρηματοδότηση έγινε κυρίως, κατά 61,9%, μέσω νέων υποχρεώσεων.

Οι πέντε μεγαλύτεροι βάσει πωλήσεων κλάδοι ήταν οι τηλεπικοινωνίες, τα τυχερά παιχνίδια-καζίνο, οι υπηρεσίες μεταφορών (όπου κυριαρχεί ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών), οι υπηρεσίες προς επιχειρήσεις και η διαφήμιση. Μαζί καλύπτουν το 33,5% του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων, σχεδόν το ήμισυ των κεφαλαίων, το 64,2% των πωλήσεων, ενώ τα προ φόρου κέρδη τους υπερβαίνουν αυτά του συνόλου του τομέα.

Συνεισέφεραν μάλιστα το 37,1% της αύξησης του συνολικού ενεργητικού του τομέα, το 70,4% της αύξησης των πωλήσεων και το 31,5% της βελτίωσης του καθαρού αποτελέσματος. Στην τελευταία συνέβαλε αποφασιστικά η αντιστροφή του ζημιογόνου αποτελέσματος των επιχειρήσεων θαλασσίων μεταφορών, η οποία οφείλεται κατά κύριο λόγο στη Μινωικές Γραμμές ΑΝΕ.

Το 2003 δεν φαίνεται ότι ήταν ευνοϊκό για τις επιχειρήσεις του τομέα του τουρισμού. Από την επεξεργασία και ανάλυση των οικονομικών αποτελεσμάτων 4.168 επιχειρήσεων που έχουν δημοσιεύσει ισολογισμό και τα δύο τελευταία έτη, προκύπτει ότι οι πωλήσεις αυξήθηκαν με χαμηλό ρυθμό 3,1%. Τα προ φόρου κέρδη συρρικνώθηκαν από 108 εκατ. ευρώ σε 4 εκατ. ευρώ.

Η μείωση αυτή των κερδών σε σημαντικό βαθμό οφείλεται στην επιδείνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων τεσσάρων μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων και μίας εταιρείας ενοικίασης αυτοκινήτων που υπέστησαν ζημιές υψηλότερες των 4 εκατ. ευρώ. Από πλευράς κεφαλαίων και χρηματοδότησης παρατηρείται ότι το ενεργητικό διευρύνθηκε κατά 9,1% και έφτασε τα 10,2 δισ. ευρώ. Το μερίδιο των ξενοδοχείων επί του ενεργητικού ήταν 82,1%, επί των πωλήσεων 63,9%, ενώ ήταν ο μόνος ζημιογόνος κλάδος με αρνητικό καθαρό αποτέλεσμα 15,1 εκατ. ευρώ.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ