Η νεότερη προσθήκη στη δισκογραφία του αμερικανικού country/soul συνόλου Lambchop αφορά όχι σε ένα αλλά σε δύο άλμπουμ που κυκλοφορούν ταυτόχρονα, όπως είχε γίνει στο παρελθόν και για τα «Human Touch»/»Lucky Town» (1992) του Bruce Springsteen, τα «Alice»/»Blood Money» (2002) του Tom Waits και τα «Use Your Illusion I & II» (1991) των Guns N’ Roses.
Στην ηχογράφηση των «Aw C’Mon!»/»No You C’Mon!» η κολεκτίβα από το Νάσβιλ της πολιτείας Τενεσί αριθμεί 13 μέλη και πλαισιώνεται από τους περίτεχνους ήχους του συνόλου εγχόρδων «Nashville String Machine», το οποίο συμμετέχει σε country & western ηχογραφήσεις από τη δεκαετία του ’70. Τις ενορχηστρώσεις υπογράφει ο Lloyd Barry, αποδίδοντας ένα λεπτεπίλεπτο και υποβλητικό αποτέλεσμα, αντίστοιχο με εκείνο που είχε επιτύχει ο Robert Kirby στο «Bryter Layter» (1970) του Nick Drake.
Ψυχή των Lambchop είναι πάντα ο 45χρονος τραγουδιστής, κιθαρίστας και τραγουδοποιός Kurt Wagner, που εγκατέλειψε την «πρωινή» του εργασία ως ξυλουργός μετά την κυκλοφορία του «Nixon» (2000) για να αφοσιωθεί στη μουσική. Η ιδέα γι’ αυτή τη δίδυμη δισκογραφική κυκλοφορία προέκυψε όταν ο Wagner αποφάσισε να πειραματιστεί με μια νέα μορφή συνθετικής πειθαρχίας, που απαιτούσε την ολοκλήρωση ενός διαφορετικού τραγουδιού κάθε ημέρα για μια σειρά από αρκετά μεγάλα συνεχόμενα χρονικά διαστήματα μεταξύ του καλοκαιριού του 2002 και του χειμώνα του 2003. Από το πολύ υλικό που αποθησαυρίστηκε ανθολογήθηκαν τα 24 τραγούδια και ινστρουμένταλ συνθέσεις των «Aw C’Mon!»/»No You C’Mon!», ένα μέρος από τα οποία αξιοποιήθηκε και ως σάουντρακ για την προβολή του φιλμ του βωβού κινηματογράφου «Sunrise» (1927) στο San Francisco International Film Festival του 2003.
Τα δύο άλμπουμ έχουν παραπλήσια αισθητική ταυτότητα -ένα χαρμάνι από εναλλακτική country, Philly-soul, indie-rock, ανάλαφρα βαλσάκια, ενδοσκοπικές μπαλάντες, punk ξεσπάσματα («Nothing Adventurous Please») και doo wop δοκιμές («Shang A Dang Dang»)-, αλλά το «No You C’Mon!» έχει σε σχέση με την ελαφρώς πιο σκοτεινή διάθεση του «Aw C’Mon!» πιο up-tempo και εξωστρεφή χαρακτήρα.
Καταφανής συνεκτικός ιστός που ενώνει τις πολυποίκιλες αναφορές και επιρροές σε ένα ομοιογενές κράμα, εκείνο ακριβώς το εντυπωσιακό ηχητικό μωσαϊκό που θα ονομάζαμε «ήχο των Lambchop», είναι η λεκιασμένη από τη νικοτίνη φωνή του Wagner που απλώνεται από τα βαρύτονα μουρμουρητά μέχρι τα εύθραυστα φαλτσέτο – άλλοτε καταγράφει παρατηρήσεις χιουμοριστικές ή πικρόχολες για λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής και άλλοτε εισηγείται απαυγάσματα προσωπικής φιλοσοφίας.
Καθώς η ακρόαση τελειώνει και το ρεπερτόριο των «Aw C’Mon!»/»No You C’Mon!» αποσύρεται από το προσκήνιο, είναι σαν να βλέπω το πρόσωπο του Wagner να αναδύεται πίσω από τα ηχεία και να μου χαμογελά αινιγματικά. Ξέρω και δεν ξέρω το γιατί.