37

Τη δυνατότητα στους επαγγελματίες να κλείσουν τις ανέλεγκτες φορολογικές υποθέσεις τους από το 1999 μέχρι και το έτος 2002 δίδει το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, εν όψει της επικείμενης φορολογικής μεταρρύθμισης που προωθείται και του νέου συστήματος φορολογικών ελέγχων που θα τεθεί σε εφαρμογή.

Οι διαδικασίες καθορίζονται με το νομοσχέδιο «Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών και άλλες διατάξεις» το οποίο θα κατατεθεί στη Βουλή την επόμενη εβδομάδα. Η υπαγωγή στη ρύθμιση αυτή είναι προαιρετική και ως εκ τούτου οι φορολογούμενοι αποκτούν πρόσθετες επιλογές, χωρίς να περιορίζονται τα δικαιώματά τους.

Παράλληλα, με το νομοσχέδιο δίνεται η δυνατότητα στους οφειλέτες του Δημοσίου να εξοφλήσουν χρέη που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα έως τις 28 Φεβρουαρίου 2004, επιλέγοντας οι ίδιοι τη διάρκεια εξόφλησης της οφειλής, που μπορεί να γίνει είτε εφάπαξ με απαλλαγή του 80% των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, είτε σε 6 έως και 60 μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή από 77% μέχρι 50% των προσαυξήσεων αντίστοιχα.

Τρίτος στόχος του νομοσχεδίου είναι η αντιμετώπιση των εκκρεμοτήτων που προέκυψαν από την ψήφιση του Ν3219/2004 για τα επενδυτικά κίνητρα, κάποιες διατάξεις του οποίου αντίκεινται στην ευρωπαϊκή κοινοτική νομοθεσία. Το γεγονός αυτό είχε δημιουργήσει σημαντικές δυσκολίες στην αξιολόγηση και προώθηση των επενδυτικών σχεδίων, οι οποίες αντιμετωπίζονται με τις προτεινόμενες διατάξεις.

Τι προβλέπει το νομοσχέδιο;

Ειδικότερα, στο κεφάλαιο του νομοσχεδίου για την περαίωση των εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, καθορίζονται οι κατηγορίες των υπαγόμενων και εξαιρούμενων φορολογικών υποθέσεων, καθώς και οι όροι και οι προϋποθέσεις υπαγωγής στη ρύθμιση. Εξαιρούνται από τη ρύθμιση όσοι είχαν υπαχθεί στη συνάφεια οι υποθέσεις των οποίων θεωρούνται πλέον οριστικά περαιωθείσες.

Επίσης, καθορίζονται ο τρόπος προσδιορισμού του φόρου, της βεβαίωσης, είσπραξης και καταβολής του καθώς και η έκπτωση στην περίπτωση εφάπαξ καταβολής. Τέλος, καθορίζονται οι όροι της περαίωσης των λοιπών φορολογικών αντικειμένων και των παραβάσεων ΚΒΣ.

Οι όροι της ρύθμισης είναι ευνοϊκοί για τις επιχειρήσεις, καθώς οι επιβαρύνσεις που θα προκύπτουν με την αυτόματη περαίωση είναι χαμηλές. Με τη ρύθμιση περαιώνεται υποχρεωτικά η πρώτη κατά σειρά ανέλεγκτη και οι συνεχόμενες με αυτήν ανέλεγκτες υποθέσεις, χωρίς να επιτρέπεται η περαίωση ορισμένων μόνον από αυτές. Προϋπόθεση για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι τα ακαθάριστα έσοδα κάθε ανέλεγκτης χρήσης να μην υπερβαίνουν τα 8.804.000 ευρώ.

Για επιτηδευματίες που δεν τήρησαν βιβλία ή τήρησαν βιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του ΚΒΣ, το ποσό του βεβαιωτέου φόρου υπολογίζεται ως εξής: Τα δηλούμενα ακαθάριστα έσοδα πολλαπλασιάζονται με συντελεστή λογιστικών διαφορών 2% και το ποσό αυτό προσαυξάνεται με τη θετική διαφορά που προκύπτει μεταξύ των προσδιοριζόμενων εξωλογιστικά καθαρών κερδών με τη χρήση του ΜΣΚΚ, μειωμένου κατά 30%, αφενός και των δηλούμενων καθαρών κερδών αφετέρου. Αν τα δηλούμενα κέρδη είναι μεγαλύτερα των εξωλογιστικών καθαρών κερδών, η διαφορά μειώνει το ποσό των λογιστικών διαφορών. Στο τελικό ποσό που προκύπτει από τους υπολογισμούς αυτούς επιβάλλεται φόρος με συντελεστή 15%. Αν δεν προκύπτει από τους υπολογισμούς αυτούς φόρος ή προκύπτουν μικρά ποσά καθορίζεται ανάλογα το ποσό του ελάχιστου φόρου.

Στη ρύθμιση υπάγονται και υποθέσεις για τις οποίες υπάρχει απόφαση επιβολής προστίμου ΚΒΣ ή έκθεση ελέγχου ΚΒΣ ή δελτίο πληροφοριών για έκδοση ή λήψη πλαστών ή εικονικών στοιχείων. Το ποσό του οφειλόμενου φόρου στην περίπτωση που δεν υπάρχει παράβαση ΚΒΣ ή αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το 1% των ακαθάριστων εσόδων, τηρουμένων σε κάθε περίπτωση των κατωτάτων ορίων.

Με την υπογραφή της πράξης περαίωσης, ο φορολογούμενος πρέπει να καταβάλει το 10% της συνολικής οφειλής. Τα υπόλοιπα του φόρου εισοδήματος και του ΦΠΑ, που περιλαμβάνονται στο ειδικό εκκαθαριστικό σημείωμα που θα λάβει ο φορολογούμενος, όπως και των τυχόν προστίμων ΚΒΣ, θα καταβάλλονται σε 12-18 μηνιαίες δόσεις, ανάλογα με το ποσό της αρχικής συνολικής οφειλής.

Αναφορικά με τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών, ρυθμίζονται χρέη προς το Δημόσιο που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα μέχρι 29/2/2004, με τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που τα επιβαρύνουν μέχρι 2 Ιουνίου 2004. Εάν κάποια στιγμή ο οφειλέτης, ενώ έχει ήδη αρχίσει να καταβάλει τις δόσεις με βάση τη ρύθμιση, επιθυμήσει να εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις, επωφελείται με ποσοστό έκπτωσης επί των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής και ανάλογα με τον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που έχει καταβάλει. Η αίτηση του οφειλέτη πρέπει να κατατεθεί μέχρι τις 30 Ιουλίου 2004.

ΜΠΕ