Στους “Ψηφιακούς Έρωτες”, το ενδιαφέρον δεν εστιάζεται σε αυτό που “λέει” η ταινία, αλλά στο πώς το εκφράζει, δηλαδή στη φόρμα. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, η κάμερα είναι υποκειμενική. Για την ακρίβεια, ο θεατής “έχει πρόσβαση” μόνο στις εικόνες που προβάλλονται στην οθόνη του υπολογιστή του κεντρικού ήρωα. Τον ίδιο τον ήρωα, τον Τομά, δεν τον βλέπουμε παρά στο τελευταίο πλάνο και πάλι μόνο από πίσω.
Η επιλογή αυτού του τρόπου κινηματογράφησης έχει βέβαια μια λογική. Ο Τομά πάσχει από βαριάς μορφής αγοραφοβία. Έχει οκτώ ολόκληρα χρόνια, όχι μόνο να βγει από το σπίτι του, αλλά και να δεχτεί σε αυτό κάποιον άλλον. Όλες του οι ανάγκες, λοιπόν, περνούν μέσα από τον υπολογιστή του. Παράλληλα, έχει εναποθέσει το μέλλον του στα χέρια των υπαλλήλων μιας ασφαλιστικής εταιρείας. Οι άνθρωποι αυτοί χειρίζονται όλα τα ζητήματα που προκύπτουν και τον αφορούν -ακόμη και την ψυχική του ισορροπία. Μέσα σε αυτό το “κουκούλι”, ο Τομά ζει προστατευμένος από τον έξω κόσμο, αλλά τραγικά μόνος. Ο ψυχαναλυτής του, υπάλληλος της ασφαλιστικής εταιρείας και αυτός, θα αποφασίσει κάποια στιγμή ότι ο Τομά χρειάζεται ένα ταρακούνημα. Τον εγγράφει, λοιπόν, σε ένα γραφείο γνωριμιών μέσω του δικτύου. Οι υποψήφιες νύφες θα αρχίσουν να καταφτάνουν -στην οθόνη του φυσικά- αλλά το είδος σχέσης που αποζητά ο Τομά τις αποθαρρύνει. Την ίδια στιγμή, ο αγοραφοβικός ήρωας, επιθυμώντας να κάνει cyber sex, απευθύνεται -πάντα μέσω δικτύου- σε ένα ειδικευμένο γραφείο. Ανάμεσα στις εκεί εργαζόμενες συγκαταλέγεται και η Εύα, μια δυστυχισμένη κοπέλα, που θα τραβήξει την προσοχή του Τομά.
Το σενάριο της ταινίας έχει γραφτεί από τον Φιλίπ Μπλασμπάν, το σεναριογράφο του “Μια Πορνογραφική Σχέση”. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι δύο ταινίες έχουν κάποια κοινά στοιχεία: την ενασχόλησή τους με τον ατομικισμό και την αποστασιοποίηση, που παρατηρούνται στη σύγχρονη κοινωνία. Στην “Πορνογραφική Σχέση” όμως, η λιτότητα στη σκηνοθεσία ενέτεινε την απόγνωση που έφερναν με σπαρακτικό, σχεδόν, τρόπο στο φως οι δύο καταπληκτικοί πρωταγωνιστές. Στους “Ψηφιακούς Έρωτες”, η υπερβολική εμμονή στη φόρμα οδηγεί σε μια μονοεπίπεδη και τελικά μονόχνωτη οπτική. Το θέμα, η πλοκή, ακόμη και η γενικότερη προβληματική της ταινίας θα μπορούσαν να είχαν αναπτυχθεί θαυμάσια σε μια μικρού μήκους ταινία. Τότε ίσως να μιλούσαμε για μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση. Τώρα, το σύνολο μοιάζει ξεχειλωμένο αλλά και τραγικά “δήθεν”. Και δεν σώζεται ούτε με τα ιντερνετικά κολπάκια ούτε με τα εκκεντρικά σκηνικά, στα οποία καταφεύγει ο Βέλγος σκηνοθέτης, Πιερ Πολ Ρεντέρς, για να απαλύνει κάπως την αναπόφευκτη στατικότητα της εικόνας. Παρ΄ όλα αυτά, η ταινία απέσπασε το βραβείο Fipresci στο φεστιβάλ Βενετίας του 2000, γεγονός που σημαίνει ότι κάποιοι ειδήμονες εκτίμησαν πολύ την πρωτοτυπία και την οπτική της.