Ο Λάκης Παπαδόπουλος είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση μουσικού/τραγουδοποιού. Είναι ροκ στη μουσική του, αλλά διόλου ροκ στη ζωή του, τουλάχιστον όπως πολύς κόσμος φαντάζεται τους «ρόκερς». Ξεκίνησε με ένα συγκρότημα που έπαιζε μόνο Μπιτλς, αλλά η καρδιά του μοιάζει να ανήκει στην ελληνική μουσική του Αττίκ, της Βέμπο, του Γεωργιάδη, του Πλέσσα, του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη. Σήμα κατατεθέν του, η ακατέργαστη φωνή: ένα φαλτσάκι που άλλοτε είναι έντονο και άλλοτε «κολλάει» στη μελωδία. Δεν θέλησε ποτέ να το διορθώσει στο στούντιο. Τις μεγάλες του επιτυχίες τις είπαν άλλοι. Αρκεί να θυμηθούμε τη «Σερενάτα» (Δεν θέλω να σε ξαναδώ/Μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα»), το «Παλιό μου παλτό» διά στόματος Χρήστου Δάντη, τη σατιρική «Οδοντόβουρτσα» («Πάρε πασά μου») και φυσικά τον «Κουρσάρο», με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Τα τραγούδια που έχει πει ο ίδιος τα γνωρίζουν λιγότεροι, αλλά και αυτοί έχουν μείνει σε «ροκιές», όπως η «Γυριστρούλα», «Σε ζητάω» ή τα «Μπλε παπούτσια». Λίγοι γνωρίζουν τη «Σούστα», έναν από τους πιο σημαντικούς δίσκους του.
Σε ένα σύντομο βιογραφικό θα πρέπει να αναφέρουμε τους Dragons, το πρώτο του συγκρότημα, την παρέα του καφωδείου Αχ Μαρία (Ζουγανέλλης, Μπουλάς, Σιδέρη), καθώς και τα πρώτα του άλμπουμ («Ακυρο», «…Καληνύχτα», «Αγώνες Ταχύτητας», «Πρόβα») που υπέγραψε ως Λάκης με τα Ψηλά Ρεβέρ. Το ρόλο μιας σύντομης αναφοράς στην πορεία του έχουν αναλάβει τα δυο αυτά CD. Ο πρώτος δίσκος περιέχει τραγούδια που είπαν διάφοροι ερμηνευτές και ο δεύτερος track που υπάρχουν σε προσωπικά άλμπουμ του Λάκη Παπαδόπουλου. Η επιλογή έχει γίνει μάλλον με εμπορικά κριτήρια. Απουσιάζουν, για παράδειγμα, η «Καδένα» (από τη «Σούστα») ή τραγούδια από το «Ακυρο» που λέει η Χαρά Αργυροπούλου («Καφενείο Ερμιτάζ», «Στη λαϊκή οδό Ασκληπιού»). Τη θέση τους έχουν πάρει ορισμένα ήσσονος σημασίας τραγούδια και άλλα που μάλλον γράφτηκαν «για την πλάκα» και όχι για να μείνουν στη δισκογραφία. Πάντως, και με αυτούς τους «προσανατολισμούς», η «Συλλογή 1983-2003» δεν παύει να είναι μια αντιπροσωπευτική παράθεση συνθέσεων που κάποτε όλοι σιγοτραγουδήσαμε. Αλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο.