27

Χειροτέρευση της οικονομικής τους θέσης αναμένουν περισσότερα από τα μισά νοικοκυριά της χώρας το 2003 (50,5%) έναντι 44,5% κατά το 2002 και 34,5% το 2001, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα έρευνας που πραγματοποίησε η Icap, με θέμα «Τα ελληνικά νοικοκυριά: Εκτιμήσεις για το 2002 και προσδοκίες για το 2003».

Από την έρευνα φαίνεται ότι το κόστος των πληθωριστικών πιέσεων θεωρήθηκε σημαντικότερο για την ευημερία των νοικοκυριών από τα οφέλη της ταχείας ανάπτυξης και οδήγησε στην ένταση της απαισιοδοξίας για το μέλλον και στην παγίωση των αρνητικών προσδοκιών. Ειδικότερα, οι προσδοκίες για την πορεία των νοικοκυριών φέτος είναι περισσότερο αρνητικές από ό,τι είχε καταγράψει η αντίστοιχη περυσινή έρευνα.

Από την άλλη πλευρά, σχεδόν σταθερό παρέμεινε το μερίδιο των νοικοκυριών, τα οποία δεν προσδοκούν αξιόλογες μεταβολές στα οικονομικά τους. Η απαισιοδοξία είναι πολύ εντονότερη μεταξύ των συνταξιούχων, τα 2/3 των οποίων αναμένουν επιδείνωση. Αντιθέτως, περισσότερο αισιόδοξοι, έναντι του μέσου όρου, είναι τα νοικοκυριά με αρχηγό επιστήμονα ή ελεύθερο επαγγελματία.

Η αρνητική αυτή εικόνα, σύμφωνα με την Icap, δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από την ανάλυση της τάσης των προσδοκιών της τριετίας 2001-2003, από την οποία προκύπτει ότι η απαισιοδοξία έχει πλέον παγιωθεί. Το μερίδιο των απαισιόδοξων έχει αυξηθεί σημαντικά από 34,5% το 2001 σε 50,5% το 2003. Η τάση αυτή σχετίζεται με τις αρνητικές επιδράσεις του πληθωρισμού, ο οποίος θεωρείται ως ο κυριότερος αρνητικός παράγοντας. Ταυτοχρόνως, έχουν μειωθεί τα ποσοστά αυτών που αναμένουν βελτίωση από 14,9% σε 13,2% και η αβεβαιότητα έχει περιορισθεί αισθητά από 16,9% το 2001 σε 6,2% το 2003.

Κόστος διαβίωσης – τιμές

Κύρια πηγή απαισιοδοξίας είναι η αύξηση του κόστους διαβίωσης. Η σημασία μάλιστα του παράγοντα αυτού αυξήθηκε μονοτονικά κατά την τριετία 2001-2003, γεγονός που συμβαδίζει με την επιτάχυνση του πληθωρισμού και με τις αυξήσεις των τιμών των ειδών διατροφής, ιδιαίτερα μετά την εισαγωγή του ευρώ.

Ειδικότερα, η διαφορά μεταξύ του μεριδίου των νοικοκυριών που αναμένει βελτίωση της θέσης του λόγω μείωσης του πληθωρισμού και αυτού που θεωρεί ότι θα υπάρξουν μεγάλες αυξήσεις τιμών, οι οποίες θα το επηρεάσουν αρνητικά, διευρύνθηκε σε -61,5% από -49,1% που είχε καταγράψει η περυσινή έρευνα. Οι εξελίξεις αυτές είναι δυνατόν να υποδηλώνουν ότι υπήρξε αναζωπύρωση των πληθωριστικών προσδοκιών. Οι συνταξιούχοι, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία νοικοκυριών, βασίζουν την απαισιοδοξία τους στην αναμενόμενη επιτάχυνση του πληθωρισμού.

Οι εκτιμήσεις για την αναμενόμενη πορεία του διαθεσίμου εισοδήματος εμφανίζονται σταθεροποιημένες. Συγκεκριμένα, από τις δύο τελευταίες έρευνες προκύπτει ότι εκείνοι που αναμένουν βελτίωση είναι περίπου ίσοι με αυτούς που προβλέπουν επιδείνωση. Η ισορροπία αυτή έχει ανατρέψει το αρνητικό ισοζύγιο που είχε καταγραφεί από την έρευνα των προοπτικών του 2001.

Καταναλωτική δαπάνη

Μεταξύ της περυσινής και φετινής έρευνας δεν υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις στις προγραμματιζόμενες μεταβολές της καταναλωτικής δαπάνης, καθώς δεν υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές στα βασικά οικονομικά μεγέθη. Ωστόσο, διευρύνεται συνεχώς η ψαλίδα μεταξύ αυτών που αναμένουν αύξηση της δαπάνης τους για τρόφιμα και αυτών που προβλέπουν μείωση. Η εξέλιξη αυτή σχετίζεται με το γεγονός ότι η ζήτηση είναι ανελαστική και συνάδει με τα στοιχεία και τα παράπονα για σημαντική αύξηση των τιμών.

Από την άλλη πλευρά, διευρύνεται συνεχώς η ψαλίδα μεταξύ αυτών που προγραμματίζουν μείωση των δαπανών αναψυχής και εκείνων που σχεδιάζουν να τις αυξήσουν. Στην περυσινή έρευνα η διαφορά ήταν -11%, ενώ στην φετινή -15,1%.

Όσον αφορά στη στέγαση, στην υγεία και στην εκπαίδευση, το ισοζύγιο αύξησης – μείωσης της προγραμματιζόμενης δαπάνης παραμένει θετικό και στις τρεις τελευταίες έρευνες. Ωστόσο, ακολουθεί ελαφρώς καθοδική πορεία. Αντιθέτως, στα ποτά και τον καπνό το ισοζύγιο παρέμεινε αρνητικό καθ όλη τη διάρκεια της τριετίας 2001-2003, ενώ στην ένδυση – υπόδηση έχει γίνει αρνητικό μετά το 2001.

Τέλος, αμετάβλητες παρέμειναν και οι προθέσεις των νοικοκυριών όσον αφορά τις αγορές ακινήτων και διαρκών καταναλωτικών αγαθών. Το μερίδιο αυτών που προτίθενται να πραγματοποιήσουν τέτοιες δαπάνες είναι 10,7%, ελαφρώς χαμηλότερο εκείνου που είχε καταγραφεί στην έρευνα του 2002.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ