Οι Zwan αποτελούν το σύνολο-όχημα με το οποίο ο 36χρονος Αμερικανός τραγουδιστής, κιθαρίστας και τραγουδοποιός Billy Corgan συνεχίζει τις περιπλανήσεις του στα ηχητικά τοπία της ηλεκτρικής μουσικής έπειτα από τη διάλυση των Smashing Pumpkins. Μετά την τελευταία συναυλία που έδωσαν οι Pumpkins στο κλαμπ Metro του Σικάγο, το Δεκέμβριο του 2000, ο Corgan έπαιξε ένα διάστημα μαζί με τους New Order και πέρασε λίγο καιρό περιπλανώμενος στην Ιταλία πριν αποφασίσει να σχηματίσει αυτό το νέο γκρουπ στα τέλη του 2001. Μέλη του είναι ο ντράμερ Jimmy Chamberlin (έπαιζε και στους Pumpkins), η Paz Lenchantin (μπάσο, γνωστή από τη συμμετοχή της στους A Perfect Circle) και δύο κιθαρίστες, ο Matt Sweeney (πρώην μέλος των Skunk) και ο David Pajo (παλαιότερα στους Slint και στους Tortoise).
Παρά τον ηγεμονικό ρόλο που διατηρούσε στο προηγούμενο γκρουπ του, ο Corgan εμφανίζεται πολύ πιο δημοκρατικός στο ντεμπούτο άλμπουμ των Zwan, αντιμετωπίζοντας ισότιμα τους συνεργάτες του και αφήνοντας σε όλους ελεύθερο το χώρο που τους είναι απαραίτητος για να «ανασάνουν» δημιουργικά και εκφραστικά.
Στον ήχο του γκρουπ διακρίνει κανείς μια πνοή ανανέωσης. Οι φωνητικοί ακροβατισμοί, ο σε πολλά επίπεδα διαστρωμένος κιθαριστικός ήχος και οι έντονες ερμηνευτικές μεταπτώσεις παραμένουν, διανθίζονται όμως στην παρούσα φάση με έντονα μελωδικά στοιχεία, φωνητικές αρμονίες και pop-metal χαρακτηριστικά που δημιουργούν αρκετά έντονη αντίθεση με τις goth-rock εμμονές των Pumpkins. Αγωνιώντας, μάλιστα, να αποδείξει ότι έχει κατακτήσει ένα νέο καλλιτεχνικό πρόσωπο, ο Corgan εμφανίζει τον εαυτό του στις καταχωρίσεις του ένθετου που συνοδεύει την κυκλοφορία ως «Billy Burke», που ήταν το όνομα ενός ιεροκήρυκα της Φλόριντα. Το όψιμο ενδιαφέρον για τη θρησκεία πιστοποιείται και από άλλες επιλογές, όπως η διασκευή στο παραδοσιακό spiritual «Jesus, I Have Taken Up My Cross».
Η διάθεση ανανέωσης όμως δεν εξαντλείται στα του ήχου· επεκτείνεται στη συνολική διαμόρφωση και στη λειτουργικότητα της κυκλοφορίας, η οποία, εκτός από το CD με τα 14 νέα τραγούδια, φιλοξενεί και δεύτερο δίσκο, σε φορμά DVD, με μαγνητοσκοπήσεις που αφορούν σε αποσπάσματα από συναυλίες, πρόβες στο στούντιο και συνεντεύξεις με όλα τα μέλη. Η σκηνοθετική προσέγγιση είναι αρκετά χαλαρή· αρκετές λήψεις μένουν ακατέργαστες ή είναι αποσπασματικές, σε τυχαία παράθεση, με τρόπο που εξασφαλίζει μεγαλύτερη αμεσότητα. Πρόκειται για μια έξυπνη και αποτελεσματική μέθοδο προβολής για το γκρουπ και τον τρόπο δουλειάς του, που, χωρίς να επιβαρύνει ιδιαίτερα το συνολικό κόστος, προσφέρει μια ουσιαστική πρόσθετη υπηρεσία στον ακροατή. Μολονότι δεν μπορεί ακριβώς να ενταχθεί στην κατηγορία των «μουσικών βίντεο», η κυκλοφορία εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει κάτι πολύ πιο πλούσιο από ένα κοινό CD.