Είναι βαρύ το φορτίο που σηκώνει στους ώμους του ο Jackson Browne: μια ξεχωριστή καριέρα με διάρκεια που ξεπερνά τα 30 χρόνια, και με άλμπουμ-ορόσημα που συνεισέφεραν τα μέγιστα στη διαμόρφωση και στην καθιέρωση του στιλ των τραγουδιστών/τραγουδοποιών στη δεκαετία του ’70 και εξής.
Τα τελευταία χρόνια ο Browne είναι φειδωλός σε ό,τι αφορά τη δισκογραφική του παρουσία -το «Looking East«, το αμέσως προηγούμενο άλμπουμ του από το φετινό «The Naked Ride Home», κυκλοφόρησε το 1996-, επιλογή που δείχνει ότι προτιμά να προχωρά με προσεκτικά βήματα στην αναζήτηση ενός σύγχρονου καλλιτεχνικού προφίλ.
Τα καταφέρνει;
Και ναι και όχι.
Ναι, γιατί η τραγουδοποιία του παραμένει δραστική, κινούμενη στους δρόμους των αυτοβιογραφικών, τραυματισμένων από τον έρωτα στίχων, των αιχμηρών πολιτικών και κοινωνικών σχολίων, του μελαγχολικού μελωδισμού, της ερμηνευτικής πειθαρχίας, της συνθετικής και ενορχηστρωτικής τόλμης (το «About My Imagination» πειραματίζεται με τα gospel, στο «Sergio Leone» ακούγεται Verdi από τη Royal Philharmonic Orchestra, τα αφρο-λάτιν κρουστά του Luis Conte προσθέτουν ρυθμική ένταση, η slide κιθάρα του Keb’ Mo’ δίνει reggae διάσταση στο «For Taking The Trouble», η τρομπέτα του Fernando Pullum στολίζει το «Don’t You Want To Be There»).
Όχι, γιατί οι δρόμοι αυτοί είναι για τον Browne από παλιά περπατημένοι. Κρύβουν μεν κάποιες νέες εντυπώσεις στις στροφές και στις διασταυρώσεις τους (όσες χρειάζεται η διαδρομή για να μη χάνει το ενδιαφέρον της), αλλά δεν ανακαλύπτουν το νέο μουσικό τόπο που χρειάζεται ένας βετεράνος όπως ο Browne για να κάνει μια φρέσκια, θριαμβική καλλιτεχνική αρχή στην καριέρα του.