Αλλοτε από το παρασκήνιο και άλλοτε από το προσκήνιο η ελληνική σκηνή της τζαζ δεν παύει να αποδεικνύει διαρκώς και σε πείσμα πολλών ότι είναι ζωντανή και χαίρει άκρας υγείας. Από τις πρώτες δειλές εμφανίσεις της στις ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες της δεκαετίας του ’60 έως το πρόσφατο «Achirana» του Βασίλη Τσαμπρόπουλου, που παντρεύει την τζαζ με την κλασική μουσική, και τους Mode Plagal, που κάνουν το αντίστοιχο με τη παγκόσμια παραδοσιακή μουσική, οι Έλληνες μουσικοί της τζαζ είναι μονίμως παρόντες και έχουν να επιδείξουν ένα πλούσιο και εξόχως σημαντικό έργο.
Ο κιθαρίστας και συνθέτης Τάκης Μπαρμπέρης ανήκει στη γενιά των μουσικών που είχε την τύχη να κάνει τα πρώτα της βήματα σε μια σημαδιακή περίοδο, στο σταυροδρόμι της ελληνικής τζαζ που οριοθετήθηκε το 1979, από την έκδοση του πρώτου και ομώνυμου δίσκου των Sphinx (Μάρκος Αλεξίου, Γιώργος Φιλιππίδης, Γιώργος Τρανταλίδης), στους οποίους προσχώρησε μετέπειτα και ο κιθαρίστας Λάκης Ζώης. Το άλμπουμ «Sphinx» αποτέλεσε το ορόσημο που επέτρεψε στους Έλληνες μουσικούς της τζαζ να βγουν από το παρασκήνιο και να αναδειχτούν σε πρωταγωνιστές των μουσικών δρώμενων της χώρας μας. Έντεκα χρόνια μετά, καθώς η ελληνική σκηνή της τζαζ περνούσε σε περίοδο ενηλικίωσης, ο Τάκης Μπαρμπέρης τόλμησε το δισκογραφικό του ντεμπούτο με τον δίσκο «Something From July». Ο χρόνος τον δικαίωσε απόλυτα. Επιδεικνύοντας μια θαυμαστή ωριμότητα, δεν επιχειρεί να εντυπωσιάσει με πρωτοποριακές, ακραίες και ελιτίστικες συνθέσεις ούτε με επιδείξεις δεξιοτεχνίας. Γνήσιο τέκνο της εποχής του, μελετά και σέβεται την παράδοση, αλλά δεν μένει προσκολλημένος σε αυτήν. Το «Something From July» είναι ένα απόλυτα σύγχρονο και δυναμικό έργο με μεστό ήχο, παλμό και λυρισμό, το οποίο αποτελεί το απόσταγμα μιας δεκαετούς συνθετικής προσπάθειας. Αγνωστα και άπειρα παιδιά τότε, καταξιωμένοι και ώριμοι καλλιτέχνες σήμερα, ο Τάκης Μπαρμπέρης και οι εννέα διαλεχτοί μουσικοί που τον συνοδεύουν εντυπωσιάζουν με το καταπληκτικό τους παίξιμο και κυρίως με το μέτρο και τη μουσικότητα που τους διακρίνει ακόμη και κατά τη διάρκεια των πιο ελεύθερων και πλούσιων αυτοσχεδιασμών.
Το «Something From July» κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε CD, έχοντας υποστεί ψηφιακό mastering και περιέχοντας τέσσερις επιπλέον ηχογραφήσεις από την ίδια περίοδο και συγκεκριμένα το καταπληκτικό ακυκλοφόρητο «For Ornette» και τρία κομμάτια σε διαφορετικές ενορχηστρώσεις («C-Miles», «Highway Dogs» και «Something from July»). Η μοντέρνα τεχνοτροπία της προσεγμένης παραγωγής και η πολυσυλλεκτικότητα των επιρροών του Μπαρμπέρη -που υπογράφει όλες τις συνθέσεις (από ροκ και μπλουζ έως φανκ και άφρο)-, διατηρούν το έργο φρέσκο, μολονότι έχουν μεσολαβήσει δώδεκα χρόνια από την πρώτη του έκδοση. Από εδώ απουσιάζουν οι εκτενείς αναφορές και οι διεισδυτικές εντρυφήσεις στα παγκόσμια παραδοσιακά εθνικά μουσικά ιδιώματα που θα συναντήσουμε στη συνέχεια της καριέρας του, αν και η παρουσία των κρουστών (με κυρίαρχες τις τυμπάλες) και των λατινοαμερικάνικων ρυθμών είναι έντονη και προδιαγράφει τη μελλοντική του πορεία. Οι συνθέσεις δεν ανοίγουν νέους δρόμους, αλλά χαρακτηρίζονται από ένα εγγενές νεύρο και μια έντονη μελωδικότητα, που διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον του ακροατή, ακόμη και στις πιο απαλές στιγμές ή τις ελάχιστες περιπτώσεις που οι ενορχηστρώσεις και τα στρογγυλεμένα ηχοχρώματα τείνουν να τις οδηγήσουν στα όρια του lounge.
Το «Something From July» μπορεί να μη φτάνει στο επίπεδο του «Episodes» (1995). Αποτελεί ωστόσο ένα εξαιρετικό ντεμπούτο που αναδεικνύει το πλούσιο ταλέντο του Τάκη Μπαρμπέρη και την υψηλή μουσικότητα που χαρακτηρίζει τους Έλληνες τζαζίστες. Δεν έχει αδύνατες στιγμές, δεν φλυαρεί και είναι στιγμές που οι εναλλαγές των ρυθμών και του ύφους, καθώς και τα σόλο και οι κόντρες μεταξύ του σαξοφώνου, του πιάνου και της κιθάρας σε καθηλώνουν. Παράδειγμα τα συναρπαστικά και πολυδιάστατα «Orfa» και «Barber Shop». Από το ατίθασο «C-Miles», το γλυκύτατο «Tango for Django» και την αισθησιακή ομώνυμη σύνθεση ως το ατμοσφαιρικό «Rainy Movie», το ταξίδι είναι υπέροχο και αξίζουν συγχαρητήρια στην εταιρεία Λύρα τόσο για τη συνεχή υποστήριξη που παρέχει στην ελληνική σκηνή της τζαζ, όσο και για τη συγκεκριμένη επανέκδοση που θα άγγιζε το τέλειο εάν τις επιπλέον ηχογραφήσεις τις συμπλήρωνε και ένα πιο πλούσιο ένθετο.