Η Μαίρη Δαλάκου αναζητεί το σήμερα και το αύριο του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού στις γειτονιές της electronica. Τα βρίσκει και τα αγκαλιάζει. Χωρίς να το επιδιώκει, στη διάρκεια της συνάντησης πλέκει παράλληλα έναν ιστό που δένει αντίστοιχες προσπάθειες, όπως οι συμπράξεις Δήμητρας ΓαλάνηΚ.ΒήταΜετά«, 2001) και Τάνιας ΤσανακλίδουΜιχάλη ΔέλταΤο Χρώμα της Μέρας«, 2001), σε ομάδα με κοινό αισθητικό στόχο και με χαρακτηριστικά καινούριου «ρεύματος».
Καίτοι μεγάλη, η απόσταση που έχει διανύσει ως καλλιτέχνις η κ. Δαλάκου από τις κλασικές σπουδές της στο πιάνο και το λυρικό τραγούδι, από τη βράβευσή της στους αγώνες της Κέρκυρας το 1982, από τις μπουάτ της Πλάκας, από τις συνεργασίες της με τον Χατζηδάκι και τον Μαρκόπουλο, από τη δραστηριότητά της στο χώρο του θεάτρου, δεν γίνεται αντιληπτή κατά την ακρόαση του «Κόκκινες Μπογιές» παρά μόνο έμμεσα, από την πληρότητα, την αυτοπεποίθηση και τον άριστο έλεγχο -τεχνικό και εκφραστικό- της ερμηνείας της.
Αντίθετα, αμέσως γίνονται φανερές και κερδίζουν τον ακροατή η φρεσκάδα της δισκογραφικής πρότασης ως συνόλου, ο πλούτος σε ηχοχρώματα, η γενναιοδωρία σε μελωδίες, οι ευφάνταστες, πολυεπίπεδες ενορχηστρώσεις, η κατακτημένη κλάση, η αποτελεσματική ενσωμάτωση των εργαλείων που προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία (μέρος των ευσήμων κερδίζει ο παραγωγός Κωνσταντής Καμπάνης, γνωστός στο χώρο της εγχώριας electronica ως Woofer).
Υπάρχουν όμως και ενστάσεις. Η εισαγωγή του άλμπουμ δεν εμπνέεται από τη Laurie Anderson, την αντιγράφει. Επίσης, η διασκευή στο «Μες την Πολύ Σκοτούρα μου» του Τσιτσάνη αποτυγχάνει να ενταχθεί στο υπόλοιπο σύνολο, αφήνοντας την εντύπωση της παρένθεσης. Το πρόβλημα δεν θα το εντοπίσουμε επί της υλοποίησης αλλά επί της αρχής. Πολύ συχνά το μέλλον δεν προκύπτει από τη μετεξέλιξη του παρελθόντος αλλά από τη ρήξη με αυτό. Όσοι έχουν ακούσει προσεκτικά το «Για Σένα Με Αγάπη» (2002) του Κωνσταντίνου Βήτα ή το «Βραχνό Προφήτη» (2000) και την «Αγρύπνια» (2002) του Θανάση Παπακωνσταντίνου αντιλαμβάνονται.