27

Τα σχετικώς χαμηλά επιτόκια στην στεγαστική και καταναλωτική πίστη έχουν ως αποτέλεσμα την εκρηκτική ανάπτυξη των εργασιών στους επιμέρους τομείς της λιανικής τραπεζικής, όπου και επικεντρώνεται πλέον ο ανταγωνισμός των τραπεζικών ομίλων.


Κατά πόσο όμως οι υψηλοί αναπτυξιακοί ρυθμοί έχουν οδηγήσει τα ελληνικό νοικοκυριό σε υπερχρέωση; Υπάρχουν και ποια περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης; Και το σημαντικότερο ίσως για τον υποψήφιο δανειολήπτη: ποιες είναι οι εκτιμήσεις για την πορεία των επιτοκίων;


Όπως επανειλημμένα έχουν επισημάνει οι τραπεζίτες, δεν τίθεται θέμα υπερχρέωσης του ελληνικού νοικοκυριού, αντίθετα μάλιστα τα περιθώρια ανάπτυξης είναι ακόμη σημαντικά. Τα στοιχεία είναι χαρακτηριστικά: Η δαπάνη για στεγαστικά δάνεια στην χώρα μας φθάνει το 11% του ΑΕΠ περίπου, όταν αντίστοιχα στην Πορτογαλία είναι 31%, στην Ιρλανδία 30%, στην Ισπανία 29%, ενώ σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης φθάνει σε πολύ υψηλότερα επίπεδα.


Η ίδια τάση επικρατεί και στην καταναλωτική πίστη όπου η δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα φθάνει μόλις το 5,5% όταν στην Ισπανία έχει ξεπεράσει το 11%, στην Ιρλανδία το 9% και στην Πορτογαλία το 8%. Και στις πιστωτικές κάρτες όμως η απόσταση που μας χωρίζει από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες είναι σημαντική, καθώς στην χώρα μας αντιστοιχούν τέσσερις πιστωτικές κάρτες ανά δέκα κατοίκους όταν στην Γαλλία, χώρα με τον χαμηλότερο δείκτη χρήσης πιστωτικών καρτών στην Ευρώπη, αντιστοιχεί μια κάρτα ανά κάτοικο.


Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι τραπεζίτες, ορισμένος αριθμός νοικοκυριών, όχι σημαντικός, έχει μπει στο «κόκκινο», καθώς τίθεται θέμα αποπληρωμής των υποχρεώσεων τους προς τις τράπεζες. Το γεγονός πάντως αυτό δεν ανησυχεί τους τραπεζίτες, καθώς τέτοια φαινόμενα σε περιορισμένη έκταση παρουσιάζονται στις αγορές όλων των ανεπτυγμένων οικονομιών.


Αναφορικά με τα περιθώρια μειώσεων των επιτοκίων, οι εκτιμήσεις των τραπεζιτών συγκλίνουν: στην εποχή του ευρώ το «σήμα» για οποιοδήποτε αυξομείωση των επιτοκίων θα δίνεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εμπορικές τράπεζες θα προσαρμόζονται ανάλογα. Ειδικότερα όμως για την χώρα μας, όσον αφορά την καταναλωτική πίστη, η μείωση των επιτοκίων συνδέεται και με την έναρξη λειτουργίας του credit bureau (ενός συστήματος συγκέντρωσης κινδύνων καταναλωτικής πίστης) στο πλαίσιο της λειτουργίας του Τειρεσία, καθώς και με την απελευθέρωση των πιστωτικών ορίων από την Τράπεζα της Ελλάδος.


Το credit bureau (η «λευκή» λίστα του Τειρεσία) θα περιλαμβάνει στοιχεία που συνδέονται με τον αριθμό των δανείων και το ύψος των δόσεων που απομένουν μέχρι την εξόφληση τους, τις δόσεις που βρίσκονται σε καθυστέρηση αλλά δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, τον αριθμό των πιστωτικών καρτών και θα επιτρέπουν στην κάθε τράπεζα να εκτιμά με ακρίβεια την πιστοληπτική ικανότητα του υποψήφιου δανειολήπτη. Έτσι θα μειωθεί ο κίνδυνος που συνεπάγονται τα δάνεια για τις τράπεζες, οι επισφάλειες θα μειωθούν και κατ επέκταση θα υπάρξουν περιθώρια μειώσεων στα επιτόκια καταναλωτικής πίστης.


Με την έναρξη της λειτουργίας του credit bureau αλλά και την εφαρμογή από μέρους των τραπεζικών ιδρυμάτων συστημάτων αξιολόγησης πιστωτικού κινδύνων θα μπορεί πλέον να εφαρμοστεί και στην Ελλάδα σε ευρεία κλίμακα η πολιτική της εξατομίκευσης στην τιμολόγηση, ειδικότερα στην καταναλωτική πίστη.


Προϋπόθεση βέβαια για να μπορέσουν οι τράπεζες να προχωρήσουν σε σωστή αξιολόγηση των πιστωτικών κινδύνων και σε εξατομίκευση της τιμολόγησης είναι και η ανάπτυξη συστημάτων διαχείρισης πελατείας (CRM) σε επίπεδο ομίλων, έργο που θεωρείται εξαιρετικά επίπονο, χρονοβόρο και δαπανηρό και δεν έχει ολοκληρωθεί σήμερα από καμία ελληνική τράπεζα.


Με το πάτημα ενός πλήκτρου ο τραπεζικός υπάλληλος θα είναι σε θέση, για κάθε πελάτη της τράπεζας, να δει στην οθόνη του ποια ακριβώς προϊόντα και υπηρεσίες διαθέτει και χρησιμοποιεί (κάρτες, δάνεια, καταθετικοι λογαριασμοί, αμοιβαία κεφάλαια, επενδυτικά προϊόντα, ασφάλειες κ.λπ.) και να εκτιμήσει τι χρειάζεται και ποια είναι η οικονομική του συμπεριφορά.


Επίσης, η απελευθέρωση των ορίων στην καταναλωτική πίστη, όπως επισημαίνουν οι τραπεζίτες, θα μειώσει το κόστος παροχής δανείων και θα φέρει στις τράπεζες νέα πελατεία, ανώτερης εισοδηματικής τάξης, που επιθυμεί υψηλότερα καταναλωτικά δάνεια.


Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ