28

Μέχρι στιγμής δεν έχουν παρατηρηθεί φαινόμενα αύξησης των τιμών εν όψει της κυκλοφορίας του ευρώ, δήλωσε την Τρίτη ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, Νίκος Χριστοδουλάκης, από τις Βρυξέλλες, όπου εκπροσώπησε την Ελλάδα στη Σύνοδο των υπουργών Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της ΕΕ.


Ο υπουργός σημείωσε ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερη ανησυχία εν όψει της εισαγωγής του ευρώ στις 12 χώρες της EE που θα το υιθετήσουν από 1ης Ιανουαρίου 2002 και ότι ο πληθωρισμός κινείται σε χαμηλά επίπεδα. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το γενικότερο οικονομικό κλίμα δεν ενθαρρύνει τάσεις αλλαγής των τιμών προς τα πάνω, διότι αυτό θα είχε επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων που θα ήθελαν να προχωρήσουν στην άνοδο των τιμών.


Επίσης, ο κ. Χριστοδουλάκης ανέφερε ότι στην Ελλάδα η διπλή αναγραφή των τιμών θα παραμείνει απαράλλακτη τους μήνες της ταυτόχρονης κυκλοφορίας των δύο νομισμάτων, έτσι ώστε οι καταναλωτές να γνωρίζουν το ακριβές ύψος των τιμών τόσο σε ευρώ όσο και σε δραχμές.


Στο σημερινό ECOFIN συζητήθηκαν, επίσης, μια σειρά από θέματα από τα οποία τα βασικότερα ήταν η φορολογία των αποταμιεύσεων. Ο κ. Χριστοδουλάκης σε δηλώσεις του προς τους δημοσιογράφους ανέφερε ότι η πλειονότητα των χωρών – μελών συμφωνεί στην τήρηση του χρονοδιαγράμματος που έχει ήδη συμφωνηθεί. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με αυτό, θα πρέπει τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προχωρήσουν σταδιακά στην κατάργηση του τραπεζικού απορρήτου για τους πολίτες των χωρών – μελών της ΕΕ που διατηρούν καταθέσεις σε άλλη χώρα εκτός από τη δική τους.


Κατά τη διάρκεια της σημερινής συνεδρίασης διαπιστώθηκε ότι το Λουξεμβούργο και η Αυστρία, καθώς επίσης και το Βέλγιο εξακολουθούν να έχουν επιφυλάξεις έναντι αυτής της προοπτικής, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι θα πρέπει να προχωρήσουν στην υιοθέτηση ανάλογων μέτρων και μη κοινοτικές χώρες, όπως η Ελβετία, το Μονακό και το Λίχτενσταϊν. Δεδομένου όμως ότι η Ελβετία δεν έχει δείξει τάσεις εναρμόνισης με την ΕΕ στο ζήτημα του τραπεζικού απορρήτου, οι προαναφερόμενες χώρες πρόβαλαν επιφυλάξεις.


Από την άλλη πλευρά, όμως, η πλειονότητα των υπουργών θεωρεί ότι θα πρέπει να τηρηθεί το υπάρχον χρονοδιάγραμμα που προβλέπει την εξεύρεση πολιτικής συμφωνίας στην ΕΕ το αργότερο μέχρι το τέλος του 2001. Το θέμα αυτό θα επανεξεταστεί στην επόμενη συνεδρίαση.


Από ελληνικής πλευράς, ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών τόνισε ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί η πρόταση που έχει ήδη συνταχθεί, δεδομένου ότι σήμερα είναι η καλύτερη δυνατή συγκυρία, καθώς επίσης και διότι θα πρέπει η ΕΕ να αποκτήσει ένα πλαίσιο φορολογίας των αποταμιεύσεων, που να είναι συμβατό με τους κανόνες της ισότιμης μεταχείρισης όλων των κοινοτικών πολιτών.


Επίσης, κατά τη διάρκεια της συνόδου του ECOFIN, οι 15 υπουργοί ασχολήθηκαν και με την οικονομική πτυχή της διεύρυνσης της ΕΕ. Η Ελλάδα ανέφερε ότι οι υποψήφιες χώρες θα πρέπει να καταβάλουν ιδιαίτερες προσπάθειες ούτως ώστε να επιτευχθεί η πραγματική σύγκληση των οικονομιών τους με τις οικονομίες των χωρών – μελών της ΕΕ.


Τέλος, ο κ. Χριστοδουλάκης ανέφερε ότι χθες κατατέθηκε το πρόγραμμα σταθερότητας της Ελλάδας και ότι η συζήτηση τόσο για το ελληνικό πρόγραμμα όσο και για τα άλλα προγράμματα των χωρών – μελών του ευρώ θα γίνει στις αρχές του 2002.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ