Σε όλες σχεδόν τις θρησκείες και σε όλες τις μαγικοθρησκευτικές τελετές επιδιώκεται η έκσταση των συμμετεχόντων, ώστε να ανυψωθούν από το γήινο σαρκίο τους και να επικοινωνήσουν με το Θεό ή με τα πνεύματα των προγόνων τους. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των περιπτώσεων είναι ότι οι πιστοί περιέρχονται σταδιακά σε κατάσταση έκστασης μέσα από ένα αυστηρά καθορισμένο τυπικό και στη συνέχεια επανέρχονται (πάλι μέσω του τυπικού της τελετής) στη γήινή τους υπόσταση. Αναβαπτίζονται με την ενέργεια της θεϊκής δύναμης και επανέρχονται στην καθημερινή τους ζωή. Η συγκεκριμένη κασετίνα με τα τρία CD αναλαμβάνει να μας υπενθυμίσει την αληθινή έννοια του όρου, όπως αυτή βιώνεται μέσα από τη μουσική σε διάφορα μέρη του κόσμου.
Τον πρώτο δίσκο ανοίγει ένα συνταρακτικό ταξίμι στο νέι (μακριά καλαμένια φλογέρα) από την ιεροτελεστία των περιδινούμενων δερβίσηδων Μεβλεβί του Ικονίου. «Φωτιά κι όχι αέρας είναι ο ήχος του νέι» γράφει σε ένα ποίημά του ο ιδρυτής της αδελφότητας, Τζελαλεντίν Ρουμί, αναφερόμενος στο ιερό όργανο της αδελφότητας· ένα όργανο γεμάτο συμβολισμούς, που παρομοιάζεται με τον άνθρωπο που είναι στη διάθεση της θεϊκής πνοής. Το ταξίμι στο νέι συνοδεύει, κρατώντας ένα «ρυθμικό ισοκράτη», μια ορχήστρα που αποτελείται από ούτι, ταμπούρ (ταμπουράς με μακρύ χέρι) και μπεντίρι (μεγάλο ντέφι). Αξίζει να αναφέρουμε ότι το ταξίμι ξεφεύγει από τους ασφυκτικούς «δισκογραφικούς χρόνους», καθώς η διάρκειά του ξεπερνά τα 24 λεπτά! Μας δίνει έτσι την αίσθηση του χρόνου, όπως αυτός ξεδιπλώνεται αβίαστα μέσα από μια τελετή που σκοπό έχει την επικοινωνία με τον αιώνιο Θεό. Στη συνέχεια, ακούγεται ένα απόσπασμα από τις τελετουργικές απαγγελίες βεδικών κειμένων, με τις «σπηλαιώδεις» φωνές των Θιβετιανών βουδιστών μοναχών του τάγματος των Gelug: μια ομαδική ρυθμική απαγγελία που συντονίζει τους συμμετέχοντες μοναχούς στις -πολύ μπάσες- συχνότητες. Οι ήχοι αυτοί, πλούσιοι σε αρμονικούς, δίνουν την εντύπωση ότι οι μοναχοί παράγουν δύο και τρεις ήχους ταυτόχρονα. Ως τεχνική έχει πολλά κοινά σημεία με τις λαρυγγικές πολυφωνίες της Τούβας και πιστεύεται ότι προέρχεται από τις τελετές των σαμάνων της κεντρικής Ασίας.
Ο επόμενος σταθμός είναι η Ινδία, με την κλασική φωνητική παράδοση «dhrupad». Στο «alap» (αργό, αυτοσχεδιαστικό μέρος που ανοίγει μια ράγκα) χρησιμοποιούνται συλλαβές χωρίς νόημα. Οι τραγουδιστές μεταφέρουν μια οικογενειακή παράδοση μισής περίπου χιλιετίας. Λεπτότατες ηχοχρωματικές αποχρώσεις, από αυτές που μόνο η ανθρώπινη φωνή μπορεί να παράγει, φωτίζουν το ιδιαίτερο ήθος του κάθε ράγκα. Το ταξίδι συνεχίζεται με μια ζωντανή ηχογράφηση από μια ιεροτελεστία των δερβίσηδων Ζικρ από το Τουρκεστάν. Ζικρ, γενικά, ονομάζεται η αέναη επανάληψη μιας φράσης. Στις ιεροτελεστίες της αδελφότητας αυτής, η έκσταση επέρχεται μέσα από τη συνεχή επανάληψη σύντομων φράσεων, όπως το δόγμα της μοναδικότητας του Αλλάχ. Σημαντικό ρόλο παίζει και η κίνηση που, μαζί με το τραγούδι, συμβάλλει αποφασιστικά στο συντονισμό της ομάδας. Ο ρυθμός και ο τρόπος εκφοράς των φράσεων αυτών κλιμακώνονται καταλήγοντας στην ομαδική έκσταση.
Το επόμενο παράδειγμα είναι από τις τελετές leela των Genawa από το Μαρόκο. Αυτές λαμβάνουν χώρα σε διάφορες περιστάσεις, από γεννήσεις μέχρι και ασθένειες, όπου, μέσω της έκστασης, επιδιώκονται η επικοινωνία με τους αγίους του Ισλάμ και η επίκληση της βοήθειάς τους. Πρόκειται για μακροσκελή τραγούδια, που συνήθως διαρκούν μία ολόκληρη νύχτα και τραγουδιούνται με τη συνοδεία τυμπάνων. Η υπέρβαση της γήινης υπόστασης μπορεί να προκαλέσει φαινόμενα που δεν εξηγούνται με την κοινή λογική, όπως η πυροβασία ή οι αυτοτραυματισμοί. Το επόμενο παράδειγμα, όπου ακούγεται μια ορχήστρα «Γκαμελάν» από το Μπαλί, προέρχεται από μια τέτοια τελετή. Μια ομάδα ανδρών, σε κατάστασης «ένθεης μανίας», σπρώχνουν με δύναμη μια μακριά σιδερένια λάμα στο στήθος τους. Η λάμα συνήθως δεν το διαπερνά, λόγω της έντονης σύσφιξης των μυών τους. Στην περίπτωση που κάποιος αυτοτραυματιστεί, οι ιερείς τον πηγαίνουν στο ναό έως ότου συνέλθει.
Η διαδρομή συνεχίζεται μέσα από τους μαγικούς ήχους του ιαπωνικού καλαμένιου φλάουτου «σακουχάτσι» και τις τελετές Zen, τους ήχους του αφρικανικού mbira (ιδιόφωνο με μεταλλικές λάμες στερεωμένες σε ένα ηχείο) και τις τελετουργικές μουσικές του rincik (όργανο που μοιάζει με το κανονάκι) από τη δυτική Ιάβα. Στα ένθετα φυλλάδια των δίσκων (αγγλικά) υπάρχουν κατατοπιστικά σημειώματα, που περιγράφουν τις τελετές από τις οποίες προέρχονται τα ηχητικά παραδείγματα.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα γοητευτικό ταξίδι, που έρχεται να μας θυμίσει την τελετουργική διάσταση της μουσικής: εκεί όπου η μουσική δεν είναι απλώς μια «τέχνη», περιορισμένη στην αισθητική της πλευρά, αλλά ένα κομμάτι της ζωής που κληροδοτείται, μαζί με όλες τις παραδόσεις και την κοσμοθεωρία της κοινότητας, από γενιά σε γενιά και ουσιαστικά γίνεται το μέσο για την επικοινωνία ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους. Μια διάσταση χαμένη πια για τη Δύση.