43

Οι υπουργοί Οικονομικών και οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών της G-7 παραδέχτηκαν σήμερα, Σάββατο, ότι η παγκόσμια οικονομία παρουσιάζει επιβράδυνση, υπογραμμίζουν όμως ότι οι προϋποθέσεις για μία μόνιμη οικονομική ανάπτυξη στις κυριότερες αναπτυγμένες χώρες «εξακολουθούν να υφίστανται».

Συγκεκριμένα, στο τελικό ανακοινωθέν που δόθηκε στη δημοσιότητα κατά την ολοκλήρωση της συνόδου στο Παλέρμο της Ιταλίας τα μέλη της G-7 τονίζουν: «Παρά το γεγονός ότι η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη θα πρέπει να είναι κατά τι χαμηλότερη από αυτό που αναμέναμε στην τελευταία μας σύνοδο, οι προϋποθέσεις που επέτρεψαν μία μόνιμη ανάπτυξη σε αρκετές βιομηχανικές χώρες εξακολουθούν να υπάρχουν».


Οι υπουργοί Οικονομικών και οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών της Γερμανίας, του Καναδά, των ΗΠΑ, της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας συμφώνησαν «στην ανάγκη μακροοικονομικών και διαρθρωτικών πολιτικών στο σύνολο των χωρών μας, για να υποστηριχθεί η ανάπτυξη», επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι στο πλαίσιο αυτό η μείωση των τιμών της ενέργειας και η σταθερότητα των αγορών πετρελαίου είναι σημαντικές.


Παράλληλα, η G-7 εκτιμά πως «οι βάσεις της οικονομίας των ΗΠΑ παραμένουν ισχυρές», παρά την επιβράδυνση που σημειώθηκε στο τέλος της περασμένης χρονιάς, ενώ στη ζώνη του ευρώ οι προοπτικές ανάπτυξης εξακολουθούν να είναι ευνοϊκές, χάρη στην ισχυρή εσωτερική ζήτηση.


Αντιθέτως, στην Ιαπωνία οι κίνδυνοι παραμένουν και οι Αρχές θα πρέπει να επαγρυπνούν, ώστε η νομισματική πολιτική να συνεχίσει να προσφέρει εύρος στα διαθέσιμα ρευστά προς τις αγορές.


Εκείνο, πάντως, που επαναβεβαίωσαν οι υπουργοί Οικονομικών και οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών των χωρών της G7 είναι η βούλησή τους να συνεργαστούν, αν καταστεί αναγκαίο, στις αγορές συναλλάγματος, παρά την έλλειψη ενθουσιασμού που έδειξαν για το θέμα αυτό Αμερικανοί αξιωματούχοι.


«Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε τις μελλοντικές εξελίξεις και θα συνεργαστούμε με τον αρμόζοντα τρόπο στις αγορές συναλλάγματος» υπογραμμίζουν στο ανακοινωθέν.


Όσον αφορά στις συναλλαγματικές ισοτιμίες, η G7 αναφέρει ότι οι συναλλαγματικές ισοτιμίες ανάμεσα στα κυριότερα νομίσματα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τις θεμελιώδεις οικονομικές αρχές.


Την ίδια ώρα, ο οικονομικός σύμβουλος του Αμερικανού προέδρου Τζορτζ Ο. Μπους, Λόρενς Λίντσεϊ, σε συνέντευξή του που δημοσιεύεται σήμερα στην εφημερίδα International Herald Tribune, δηλώνει ότι αντιτίθεται στις παρεμβάσεις των κεντρικών τραπεζών στις αγορές συναλλάγματος, εκτός και αν προκύψουν εξαιρετικές περιπτώσεις.


Επιμένει στο ισχυρό δολάριο ο ΟΝιλ


Την προσήλωσή του στην πολιτική του ισχυρού δολαρίου εξέφρασε κατά τη διάρκεια της συνόδου ο Αμερικανός υπουργός οικονομικών Πολ ΟΝιλ, δήλωση που έρχεται σε αντίθεση με όσα είχε υποστηρίξει σε πρόσφατη συνέντευξή του.


«Πιστεύω στο ισχυρό δολάριο και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει» τόνισε στους δημοσιογράφους μετά την ολοκλήρωση της συνόδου.


Από την πλευρά του, ο Γερμανός ομόλογός του, Κάιο Κοχ Βάσερ, ανέφερε ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) στην πρόβλεψή του μειώνει στο 3,2% το ποσοστό της ανάπτυξης για την παγκόσμια οικονομία το 2001, ενώ το περασμένο φθινόπωρο υπολόγιζε σε ποσοστό ανάπτυξης 4,2%.


Ωστόσο, ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής του ΔΝΤ, Στάνλει Φίσερ, είχε δηλώσει πριν από ένα μήνα στο Νταβός ότι, λόγω της επιβράδυνσης της οικονομίας των ΗΠΑ, το ποσοστό για την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας δεν θα πρέπει να ξεπεράσει το 3,5%.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ/Reuters/Γαλλικό