27

Εντυπωσιακή αύξηση κατά 30,3% σημείωσαν τα προ φόρων κέρδη της Εθνικής Τράπεζας το 2000, η διοίκηση της οποίας θα προτείνει τη διανομή μερίσματος 370 δρχ. ανά μετοχή, όπως ανακοίνωσε την Τρίτη ο διοικητής της, Θεόδωρος Καρατζάς.

Το μέρισμα, το οποίο θα προτείνει η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας στην τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων, είναι αυξημένο κατά 34,8% έναντι του 1999, καθώς τα προ φόρων κέρδη της ΕΤΕ ανήλθαν το 2000 στα 298 δισ. δρχ., παρουσιάζοντας αύξηση κατά 30,3% σε σχέση με το 1999.


Τα προ φόρων κέρδη του ομίλου, μετά την αφαίρεση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας, ανήλθαν στα 334,2 δισ. δρχ., σημειώνοντας αύξηση κατά 3,7%. Όπως επισήμανε σε συνέντευξη Τύπου ο κ. Καρατζάς, η διατήρηση της κερδοφορίας του ομίλου σε επίπεδο οριακά ανώτερο του 1999 επιτεύχθηκε παρά τη μείωση των κερδών ορισμένων εταιρειών του ομίλου.


Συγκεκριμένα, κατά το 1999 στα αποτελέσματα της Εθνικής Κεφαλαίου είχαν συμπεριληφθεί τα εφάπαξ κέρδη από την πώληση των μετοχών της τράπεζας στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (ύψους 44,4 δισ. δρχ.), και τα αποτελέσματα της Εθνικής Εταιρείας Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου, τα οποία είχαν διαμορφωθεί στα 41 δισ. έναντι 4,4 δισ. δρχ. της τρέχουσας χρήσης. Εάν απομονωθεί η επίδραση των αποτελεσμάτων αυτών στην κερδοφορία της χρήσης 1999, ο όμιλος κατά το 2000 καταγράφει αύξηση των προ φόρων κερδών της τάξεως του 24%.


Μετά τα παραπάνω αποτελέσματα, τα ίδια κεφάλαια του ομίλου την 31η Δεκεμβρίου 2000 ανέρχονταν στα 1.085 δισ. δρχ., αυξημένα κατά 18% σε σχέση με το 1999. Αντίστοιχα, τα ίδια κεφάλαια της τράπεζας ανέρχονται στα 880 δισ. δρχ. έναντι 731 δισ. το 1999 (αύξηση 20,4%).


Η μετά φόρων απόδοση των ιδίων κεφαλαίων της τράπεζας κατά το 2000 (27,5%) διατηρήθηκε στα επίπεδα του 1999 (27,7%). Η αντίστοιχη απόδοση των ιδίων κεφαλαίων του ομίλου κατά το 2000 συνέκλινε στα επίπεδα της τράπεζας και διαμορφώθηκε στο 27,3%, έναντι 37,3% το 1999. Η προ φόρων απόδοση του ενεργητικού της τράπεζας κατά το 2000 αυξήθηκε στο 2,1% έναντι 1,8% του 1999.


Αντίστοιχα, η προ φόρων απόδοση του ενεργητικού του ομίλου κατά το 2000 διαμορφώθηκε στο 2,2% έναντι 2,6% το 1999. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο της τράπεζας αυξήθηκε κατά το 2000 σε 2,6% (1999: 2,4%), το δε αντίστοιχο του ομίλου βελτιώθηκε αναλογικά, διαμορφούμενο στο 2,8% έναντι 2,6% το 1999. Η βελτίωση του επιτοκιακού περιθωρίου επιτεύχθηκε, όπως είχε προβλεφθεί, κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2000.


Στην αύξηση της κερδοφορίας της ΕΤΕ συνέβαλαν η αναδιάρθρωση της σύνθεσης του ενεργητικού με την κατά 20,8% άνοδο των χορηγήσεων, η ενισχυμένη δραστηριότητα στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου καθώς και η συγκράτηση του ρυθμού αύξησης του συνόλου των δαπανών σε μόλις 3,9% σε σχέση με το 1999. Με τον τρόπο αυτόν, ο συντελεστής αποτελεσματικότητας της τράπεζας βελτιώθηκε περαιτέρω κατά το 2000 και υπολογίζεται στο 47,1% έναντι 49,4% κατά το 1999, γεγονός που συγκαταλέγει την Εθνική μεταξύ των καλύτερων ευρωπαϊκών τραπεζών ως προς την αποτελεσματικότητα.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ