Αν και ο 83άχρονος πιανίστας Ruben Gonzalez αποτελεί επί έξι δεκαετίες έναν από τους πιο διάσημους και δημοφιλείς μουσικούς στην πατρίδα του, την Κούβα, μόλις το 1996, με τη συμμετοχή του στο φιλμ και το άλμπουμ Buena Vista Social Club έγινε γνωστός στο διεθνές ακροατήριο.
Το «Chanchullo» διαδέχεται το σόλο ντεμπούτο που πραγματοποίησε στην ετικέτα World Circuit με το «Introducing… Ruben Gonzalez» (1997), παρουσιάζοντας μια δεύτερη σειρά μοναδικών ερμηνειών του σε τραγούδια από διάφορες φάσεις της καριέρας του, τόσο ως σόλο καλλιτέχνη όσο και ως μέλους στις μπάντες ανανεωτών της κουβανέζικης μουσικής, όπως οι Arsenio Rodriguez και Enrique Jorrin που εκθέτουν ένα πανόραμα ρυθμών και τεχνοτροπιών: danzon, cha cha cha, son montuno, bolero, descarga, guajira.
Με ερμηνευτικό πάθος που δύσκολα πιστεύει κανείς ότι πηγάζει από άνθρωπο της δικής του ηλικίας, ο Gonzalez χάνεται μέσα στα τραγούδια που ερμηνεύει, απορροφάται από αυτά και ενώνεται με την άχρονη και πνευματική ποιότητα της μουσικής, μετατρέποντας αυτό που στα χέρια κάποιου άλλου θα ήταν μια απλή παράθεση κλασικών χορευτικών στιγμών του «son» σε εμπειρία μουσικής μέθεξης.
Τον συνοδεύει η μπάντα Κουβανέζων μουσικών με την οποία πραγματοποιεί τις διεθνείς περιοδείες του: Cachaito Lopez (μπάσο), Guajiro Mirabel (τρομπέτα), Jesus Ramos (τρομπόνι), πολυάριθμοι σολίστες σε τύμπανα και κρουστά (bongos, timbales, maracas), ενώ σε επιμέρους κομμάτια συμμετέχουν ο διάσημος, πλέον, βοκαλίστας Ibrahim Ferrer, ο φλαουτίστας Richard Egues, ο Σενεγαλέζος τραγουδιστής Cheikh Lo.
«Τα τραγούδια είναι η αυτοβιογραφία του Ruben Gonzalez» αναφέρεται σε κάποιο σημείο των σημειώσεων του προσεγμένου συνοδευτικού ένθετου. Μακάρι να είχαμε πολλούς ακόμη σαν αυτόν.