Όταν το 1998 ο Τύπος έγραψε διθυραμβικές κριτικές για μια σειρά συναυλιών των εκ νέου σχηματισμένων Blondie, οι οποίες δόθηκαν αποκλειστικά για δημοσιογράφους και καλεσμένους, πολλοί ήταν εκείνοι που συνοφρυώθηκαν με δυσπιστία. Ακόμη και οι πλέον καλοπροαίρετοι δεν μπόρεσαν να αποφύγουν σκέψεις όπως: «Μπα, στέρεψε ο τραπεζικός λογαριασμός της Debbie Harry;» ή «Να ένα ακόμη come back που σκαρφίστηκε η εταιρεία, ώστε να τονώσει εκ του ασφαλούς τις πωλήσεις και τα κέρδη της». Βλέπετε, όχι μόνο το πάλαι ποτέ ριζοσπαστικό γκρουπ του αμερικανικού new wave είχε να δώσει σημεία ζωής από το 1982, όταν ανακοινώθηκε επισήμως η διάλυσή τους έπειτα από καριέρα οκτώ ετών, αλλά και η προσωπική σταδιοδρομία της Harry στη διάρκεια της προηγούμενης 15ετίας δεν ήταν παρά μόνο μια σκιά των καλών ημερών της δεκαετίας του ’70, καθώς οι τελευταίες -περιορισμένης εμβέλειας- επιτυχίες της ήταν το «French Kissing In The USA» του 1986 και το «I Want That Man» του 1989.
Με την κυκλοφορία ωστόσο του «No Exit», στις αρχές του 1999, τα σύννεφα του σκεπτικισμού διαλύθηκαν αμέσως. Το στούντιο άλμπουμ της επιστροφής των Blondie (στη σύνθεση συγκαταλέγονταν τα αυθεντικά μέλη Chris Stein στην κιθάρα, Jimmy Destri στα κίμπορντς και Clem Burke στα ντραμς) επιβεβαίωσε πέρα από κάθε αμφισβήτηση τη θέση τους στο πάνθεον της ηλεκτρικής μουσικής, με 14 καλοδουλεμένα rock/pop τραγούδια που περιλάμβαναν το σινγκλ «Maria», με το οποίο κατέκτησαν ξανά, ύστερα από όλα αυτά τα χρόνια, την κορυφή στους πίνακες των επιτυχιών.
Σύντομα η punk ενέργεια, η γυαλιστερή pop εικόνα και η αειθαλής rock ‘n’ roll ισχύς της αναγεννημένης νεοϋορκέζικης παρέας καταγράφηκε, εκτός από το στούντιο, και επί σκηνής, αποδίδοντας μία κυκλοφορία σε CD (το «Livid», που παρουσιάστηκε στο τεύχος Απριλίου 2000 του HiTECH) και άλλη μια σε DVD, το «Live In New York». Στο τελευταίο ζωντανεύει ξανά όλη η επική διαδρομή από τις νύχτες του περίφημου κλαμπ CBGB (με το «X Offender», το πρώτο τους σινγκλ που εισηγήθηκε το μελωδικό χαρμάνι της girl-pop με μια punk στάση παράλληλη προς τις δράσεις της τότε περιόδου, και τον punk/pop ύμνο «Rip Her To Shreds») έως το νέο υλικό του «No Exit» («Maria», «Forgive And Forget»). Ενδιάμεσοι σταθμοί σε αυτή την πορεία υπήρξαν τραγούδια ήδη κλασικά, που γνώρισαν τόσο εμπορική αποδοχή όσο και κριτική καταξίωση: «Heart Of Glass», «One Way Or Another», «Hanging On The Telephone», «Atomic», «Dreaming», «Call Me» (σύμπραξη με τον παραγωγό της disco, Giorgio Moroder), «Rapture» (το πρώτο rap τραγούδι που μπήκε στα τσαρτ, το 1980).
Παρά τα 44 χρόνια της, τα κάποια περιττά κιλά και έναν -όχι ενοχλητικό- περιορισμό στο φωνητικό της εύρος, η Deborah Harry εξακολουθεί με την όψη, τη σκηνική παρουσία και την ερμηνεία της να θυμίζει ξεκάθαρα το πώς και το γιατί αναδείχθηκε σε σεξουαλικό σύμβολο για τη γενιά του punk, καθιέρωσε την έννοια της rock star (κατακτώντας ένα χώρο που έως το 1977 θεωρούνταν ανδρική αποκλειστικότητα) και αποτέλεσε κατά τη δεκαετία του ’80 αναφορά και βασική επιρροή για μια σειρά συγκροτημάτων με σέξι ξανθιές τραγουδίστριες, όπως οι Transvision Vamp, οι Primitives και οι Darling Buds. Σε όμοια καλό ερμηνευτικό επίπεδο στέκονται και τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ, με πιο χαρακτηριστικό το πάθος και τη μαχητικότητα του ντράμερ Clem Burke, έτσι όπως αποτυπώνεται σε τραγούδια σαν το «Dreaming» και το «Call Me».
Συνολικά, το «Live In New York» συνιστά μια καθ΄ όλα άξια καλλιτεχνική επιστροφή της ερμηνεύτριας εκείνης που στις μέρες της μεγάλης της δόξας χαρακτηρίστηκε «ντυμένη με μίνι φούστα Garbo του punk» και «απάντηση του new wave στη Marilyn Monroe».
Περιλαμβάνονται τα τραγούδια: Dreaming, Maria, Rip Her To Shreds, Hanging On The Telephone, Call Me, X Offender, Screaming Skin, Boom Boom In The Zoom Zoom Room, Atomic, Forgive And Forget, One Way Or Another, Shayla/Union City Blue, In The Flesh, Heart Of Glass, Sunday Girl, Rapture.