Στο θέμα του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας βασίζεται ένα από τα ομορφότερα μιούζικαλ που είδαμε ποτέ. Ο Tony, που ανήκει στην ομάδα των Jets (συμμορία νέων Αμερικάνων), ερωτεύεται τη Μαρία, αδελφή του αρχηγού των Sharks (συμμορία Πορτορικανών), του Bernardo, τον οποίο σκοτώνει κατά λάθος πάνω σε μια έκρηξη θυμού και εκδίκησης, αφού εκείνος είχε σκοτώσει τον αρχηγό των Jets και παιδικό φίλο του Tony. Η Anita, αγαπημένη του Bernardo, διαδίδει την ψεύτικη πληροφορία ότι η Μαρία σκοτώθηκε. Ετσι, θεωρώντας την αγαπημένη του νεκρή, ο Tony εκτίθεται στα πυρά των Πορτορικανών που ζητούν εκδίκηση για το θάνατο του αρχηγού τους και πεθαίνει. Μιούζικαλ με τραγικό τέλος, στο οποίο η ένωση αρσενικού-θηλυκού δεν στέφεται με γάμο και κατ’ επέκταση δεν επιτελείται η ένωση των διαφορετικών κοινοτήτων, αλλά ο θάνατος του Tony και η τραγική φιγούρα της Μαρίας υπόσχονται τη συνειδητοποίηση της διαφορετικότητας και την έναρξη της συμφιλίωσης.
Θεατρικό μιούζικαλ, με μεγάλη επιτυχία τρία συνεχή χρόνια (1957-1960) στο Wintergarden της Νέας Υόρκης, μεταφέρεται στην οθόνη από τον πολύ καλό Robert Wise, γνωστό μας, τουλάχιστον, από το μοντάζ του Citizen Kane και τη σκηνοθεσία της Μελωδίας της Ευτυχίας. Τη σκηνοθεσία συνυπογράφει ο χορογράφος Jerome Robbins, o οποίος, πράγματι, δημιούργησε καταπληκτικές ρυθμικά σκηνές και επάξια τιμήθηκε με τον Wise με τα Οσκαρ Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Ταινίας. Τα κυριότερα χορευτικά μέρη γυρίστηκαν στην 68η και την 110η οδό, οι οποίες είχε αποφασιστεί να κατεδαφιστούν και, πριν γίνει αυτό, διαμορφώθηκαν και δόθηκαν για το γύρισμα, που κράτησε πέντε εβδομάδες. Συνολικά τα γυρίσματα διήρκεσαν έξι μήνες, σε διάφορους χώρους, γυμναστήρια, δρόμους, γκαράζ, διαμορφώνοντας ένα εντελώς διαφορετικό κλίμα από τα παραμυθένια μιούζικαλ. Εδώ, τα μουσικά μέρη ενσωματώνονται πιο πλαστικά στη δομή του έργου. Οι κινήσεις γίνονται φυσικά, λες και τα πόδια δεν μπορούν να κρατηθούν και παρασύρονται στο χορό. Οι χορογραφίες είναι καταπληκτικές, αποδίδουν με σαφήνεια το κλίμα της ταινίας, δεν αποτελούν στάση μέσα στην αφήγηση και εισάγουν την έννοια του παιχνιδιού. Ολα, στην αρχή τουλάχιστον, φαίνονται σαν ένα παιχνίδι ανάμεσα σε δυο διαφορετικές παρέες παιδιών. Και οι ίδιοι το αντιλαμβάνονται σαν παιχνίδι. Δεν μαρτυρούν στους μεγάλους τις κόντρες τους, παριστάνουν οι ίδιοι τους μεγάλους, κρατούν και σέβονται διαδικασίες, εθιμοτυπικά και κανόνες, έως ότου όλα αυτά γυρίσουν μπούμερανγκ εναντίον τους. Οταν οι θάνατοι αρχίζουν και γίνονται πραγματικοί, οι ήρωές μας αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στο θυμό και τον πόνο, στην εκδίκηση και τη συγγνώμη. Δύο συμμορίες παιδιών φτωχών οικογενειών, οι μεν πρόσφυγες, οι δε χαμίνια του δρόμου βρίσκουν τρόπους να υπάρξουν και να ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους με τη ζωή, παλεύοντας μεταξύ τους. Το χορευτικό των Jets έξω από νυχτερινό τους στέκι, όπου παρουσιάζουν, με γλαφυρότητα και ευκρίνεια, τη λίγο έως πολύ αναμενόμενη εξέλιξη της ζωής τους, είναι από τα πιο όμορφα κομμάτια της ταινίας, όπως και το θρυλικό πλέον America, χορευτικό που περιγράφει τις αγωνίες, τις ελπίδες και τα όνειρα των νέων Πορτορικανών στην Αμερική.
Σήμερα, η προβολή της ταινίας -σε LaserDisc, σε video ή σε DVD- εντυπωσιάζει με την τόλμη και την ωριμότητα της γραφής της. Εχουμε όλοι συνηθίσει στην αρχή της κάθε ταινίας να υπάρχει μια εισαγωγή με τους τίτλους των βασικών συντελεστών και των ηθοποιών. Εδώ, τα πράγματα διαφέρουν. Τα σκίτσα του generique της αρχής διαρκούν τρία ολόκληρα λεπτά (σημειωτέον χωρίς τίτλους), για να δέσουν άψογα με την εναέρια λήψη της Νέας Υόρκης που μας εισάγει στο θέμα. Η αρχική εικόνα, αφηρημένη δημιουργία του σκιτσογράφου, μεταμορφώνεται αργά μέσα από διαφορετικά χρώματα για να «λιώσει» εντέλει μέσα στη ρεαλιστική εικόνα. Το generique, βέβαια, υπογράφει ο Saul Bass, στον οποίο οφείλουμε τους τίτλους του Vertigo, του Ψυχώ και άλλων, όπως το υπέροχο οκτάλεπτο των τίτλων τέλους του Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες. Εντυπωσιακή είναι και η δουλειά του playback στα μουσικά μέρη, αν σκεφτεί κανείς ότι όλοι οι ηθοποιοί -οι οποίοι είναι, πράγματι, υπέροχοι χορευτές- δεν τραγουδούν με τη φωνή τους. Ο μόνος που τραγουδά με τη δική του φωνή είναι ο George Chakiris, ενώ, η γνωστή μας Marni Nixon ντουμπλάρει τη Natalie Wood. Παρ’ όλα αυτά, οι ηθοποιοί δεν είναι καθόλου στημένοι, κάνουν γκριμάτσες, εκφράζονται, κάνουν πολλές και δύσκολες κινήσεις, που προδίδουν συνήθως το ντουμπλάζ, αλλά, εδώ, όσο και να προσέξει κανείς, δεν μπορεί να δει τις διαφορές. Μία από τις τολμηρότερες σκηνές, που με άφησε άφωνη, είναι η εκτέλεση του Tonight. Είναι κα-τα-πλη-κτι-κό! Είναι υπέροχο στη σύλληψη, άψογο στην εκτέλεση και σαφέστατο αφηγηματικά. Ολοι οι ήρωες, ακόμη και ο αστυνόμος, μετέχουν σε αυτή την προετοιμασία για τη μοιραία βραδιά, για απόψε. Οι προσδοκίες όλων συγκεντρώνονται σε αυτό το μοιραίο βράδυ -εκφράζονται παράλληλα μέσα από το ίδιο μουσικό θέμα- για να ανατραπούν πλήρως από την εξέλιξη των γεγονότων. Η ενότητα αυτή έχει σαφή όρια (ανοίγει με ένα δειλινό και κλείνει σε κόκκινο φόντο), δημιουργώντας ίσως τη μεγαλύτερη κορύφωση της ταινίας. Μόνο γι’ αυτήν τη σκηνή και την έξοχη συνολικά μουσική του Bernstein αξίζει να έχει κανείς στην ταινιοθήκη του αυτή την ταινία. Δεν κέρδισε τυχαία εκείνη τη χρονιά δέκα Όσκαρ.