61

Τα αποτελέσματα της συνεδρίασης του Οικονομικού Συμβουλίου της Ευρώπης (ECOFIN) ανέλυσε σε συνέντευξη Τύπου το μεσημέρι της Δευτέρας ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Γιάννος Παπαντωνίου. Σύμφωνα με δηλώσεις του, «τα βασικά οικονομικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας δεν θα επηρεαστούν σημαντικά από τις διεθνείς τιμές των καυσίμων, και αυτό γιατί η Ελλάδα είχε προνοήσει να μειώσει το φόρο επί των καυσίμων στο κατώτατο όριο της ΕΕ».

Οπως δήλωσε ο υπουργός, στο ECOFIN εκφράστηκαν φόβοι ότι οι τιμές δεν πρόκειται να μειωθούν όσο αναμενόταν, παρά την απόφαση του ΟΠΕΚ για αύξηση της ημερήσιας παραγωγής κατά 800.000 βαρέλια.


Ο Γ.Παπαντωνίου δήλωσε ότι τα ευρωπαϊκά κράτη αποφάσισαν να ασκήσουν πολιτική πίεση προς τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες, προκειμένου -σε ανάλογες κρίσεις στο μέλλον- να μη συνεχίσουν την ίδια «αδιέξοδη πολιτική». Τόνισε μάλιστα ότι «η Ευρώπη δεν πρόκειται να υποκύψει στις πιέσεις του ΟΠΕΚ για να μειώσει την τιμή διάθεσης του πετρελαίου στις εγχώριες αγορές, αλλά θα επιμείνει στην αλλαγή πολιτικής από τον ίδιο τον οργανισμό».


Καμία σχέση της ελληνικής οικονομίας σήμερα με την οικονομία του χθες


Οι επιπτώσεις των τιμών των καυσίμων στα οικονομικά μεγέθη της ΕΕ θα περιοριστούν στην «κάμψη του ρυθμού ανάπτυξης κατά 0,3 εκατοστιαίες μονάδες σε σχέση με τις προβλέψεις», σύμφωνα με τον υπουργό.


Στη χώρα μας οι συνέπειες θα είναι λιγότερο σημαντικές, καθώς ο δομικός πληθωρισμός, που αποτελείται από τις εγχώριες υπηρεσίες και προϊόντα, βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, μόλις στο 1,4%. Παρ όλα αυτά, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε τον Αύγουστο κατά 0,3% προσεγγίζοντας το 2,9% επί του ΑΕΠ, έναντι 2,6% τον Ιούλιο.


Οπως, τέλος, διευκρίνισε ο κ. Παπαντωνίου, η Ελλάδα θα υποστεί «τις λιγότερες επιπτώσεις» λόγω των ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης της τάξεως του 4,1% το 2000 και 5% το 2001, που οφείλονται στη μείωση των επιτοκίων, τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και την κατασκευή πολλών δημοσίων έργων.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ